Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Κώστας Καρυωτάκης-ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ




Κώστας Καρυωτάκης

Συλλογή:
ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ

  1. Ὑστεροφημία
  2. Τελευταῖο ταξίδι
  3. Ὁ κῆπος εἶμαι...
  4. Ὅλα τὰ πράγματά μου...
  5. Ἐπιστροφή
  6. Τί νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ...
  7. Φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ...
  8. Δέντρα μου...
  9. Οἱ ἀγάπες
  10. Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο
  11. Κριτική
  12. Παιδικό
  13. Θέλω νὰ φύγω πιά...
  14. Βράδυ
  15. Ὦ Βενετία...
  16. Σὰν δέσμη ἀπὸ τριαντάφυλλα...
  17. ᾨδὴ σ᾿ ἕνα παιδάκι
  18. Ἠλύσια
  19. Ἱστορία
  20. Κιθάρες
  21. Ποιὰ θέληση θεοῦ μᾶς κυβερνάει...
  22. Ἀνδρείκελα
  23. Τί νὰ σοῦ πῶ...
  24. Τάφοι
  25. Ἐπίκλησις
  26. Ὅταν ἄνθη ἐδένατε...
  27. Φθορά
  28. Διάκος
  29. Κανάρης
  30. Byron
  31. Στὸ ἄγαλμα τῆς ἐλευθερίας
  32. Εἰς Ἀνδρέαν Κάλβον
  33. Ἀποστροφή
  34. Ὅλοι μαζί...
  35. Δημόσιοι ὑπάλληλοι
  36. Ὁ Μιχαλιός
  37. Ὑποθῆκαι
  38. Ὠχρὰ σπειροχαίτη
  39. Δελφικὴ ἑορτή
  40. Ἐπρόδωσαν τὴν ἀρετή
  41. Ἡ πεδιὰς καὶ τὸ νεκροταφεῖο
  42. Μικρὴ συμφωνία εἰς Α μεῖζον
  43. Σταδιοδρομία
  44. Ἐμβατήριο πένθιμο καὶ κατακόρυφο
  45. Ἰδανικοὶ αὐτόχειρες
  46. Δικαίωσις
  47. Κυριακή

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Τὸ θάνατό μας χρειάζεται ἡ ἄμετρη γύρω φύση
καὶ τὸν ζητοῦν τὰ πορφυρὰ στόματα τῶν ἀνθῶν.
Ἂν ἔρθει πάλιν ἡ ἄνοιξη, πάλι θὰ μᾶς ἀφήσει,
κι ὕστερα πιὰ μήτε σκιὲς δὲν εἴμεθα σκιῶν.

Τὸ θάνατό μας καρτερεῖ τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Τέτοια θὰ δοῦμε ἀκόμη μιὰ δύση θριαμβική,
κι ὕστερα φεύγουμεν ἀπὸ τὰ βράδια τοῦ Ἀπριλίου,
στὰ σκοτεινὰ πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κεῖ.

Μόνο μπορεῖ νὰ μείνουνε κατόπι μας οἱ στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας νὰ μείνουνε, καθὼς
τὰ περιστέρια ποὺ σκορποῦν οἱ ναυαγοὶ στὴν τύχη,
κι ὅταν φέρουν τὸ μήνυμα δὲν εἶναι πιὰ καιρός.


ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Καλὸ ταξίδι, ἀλαργινὸ καράβι μου, στοῦ ἀπείρου
καὶ στῆς νυχτὸς τὴν ἀγκαλιά, μὲ τὰ χρυσά σου φῶτα!
Νά ῾μουν στὴν πλώρη σου ἤθελα, γιὰ νὰ κοιτάζω γύρου
σὲ λιτανεία νὰ περνοῦν τὰ ὀνείρατα τὰ πρῶτα.

Ἡ τρικυμία στὸ πέλαγος καὶ στὴ ζωὴ νὰ παύει,
μακριὰ μαζί σου φεύγοντας πέτρα νὰ ρίχνω πίσω,
νὰ μοῦ λικνίζεις τὴν αἰώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως νὰ ξέρω ποῦ μὲ πᾶς καὶ δίχως νὰ γυρίσω!


[Ο ΚΗΠΟΣ ΕΙΜΑΙ...]

Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἄλλοτε μὲ τ᾿ ἄνθη του εὐωδοῦσε
κι ἐγέμιζε μὲ χαρωπὸ τιτύβισμα πουλιῶν,
ποὺ μὲ κρυφομιλήματα καὶ ψίθυρο φιλιῶν,
τὴ νύχτα, στὴ σκιάδα του, ἡ ἀγάπη ἐπερπατοῦσε.

Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἔμεινε χρόνια πολλὰ στὴν ἴδια
θέση, μάταια προσμένοντας κάποιαν ἐπιστροφή,
ποὺ ἀντὶ λουλούδια τώρα πιὰ στ᾿ ἀγκάθια ἔχει ταφεῖ,
ποὺ σώπασαν τ᾿ ἀηδόνια του καὶ πνίγεται στὰ φίδια.


[ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ...]

Ὅλα τὰ πράγματά μου ἔμειναν ὅπως
νά ῾χω πεθάνει πρὶν ἀπὸ καιρούς.
Σκόνη στὴ σκόνη ἐγέμισεν ὁ τόπος,
καὶ γράφω μὲ τὸ δάκτυλο σταυρούς.

Ὅλα τὰ πράγματά μου ἀναθυμοῦνται
μίαν ὥρα ποὺ περάσαμε μαζί,
σ᾿ ἐκείνη τὰ βιβλία μου λησμονοῦνται,
σ᾿ ἐκείνη τὸ ρολόι ἀκόμα ζεῖ.

Ἦταν εὐτυχισμένη τότε ἡ ὥρα,
ἦταν ἕνα δείλι ζωγραφιστό.
Ἔχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι ἔμεινε τὸ παράθυρο κλειστό.

Κανένας, οὔτε ὁ ἥλιος, πιὰ δὲ μπαίνει.
Τὸ ἐρημικό μου σπίτι ἀντιβοεῖ
στὴν ὥρα κείνη ἀκόμα, ποὺ σημαίνει,
αὐτὴ μονάχα, βράδυ καὶ πρωί.

Δὲν ξέρω δῶ ποιὸς εἶναι τώρα ὁ τόπος,
δὲ ξέρω ποιὸς χαράζει τοὺς σταυρούς,
κι ὅλα τὰ πράγματά μου ἔμειναν ὅπως
νά ῾χω πεθάνει πρὶν ἀπὸ καιρούς.


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ἐγὼ δὲν ἐπλανήθηκα σὲ δάση ἀπάρθενα, βουερά,
μηδὲ ἡ ριπὴ μ᾿ ἐχτύπησε τοῦ ὠκεάνειου ἀνέμου.
Σκλάβο πουλί, τ᾿ ἀνώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερὰ
καὶ δὲ θὰ ἰδῶ τοὺς οὐρανοὺς ποὺ νοσταλγῶ, ποτέ μου.

Μὰ πάντα, ὦ φύση, ἀλίμονο! πόσο ἡ ψυχή μου ταπεινὴ
λάτρισσα στὸ παραμικρὸ γίνεται μάντεμά σου,
καὶ πόσο, τώρα ποὺ ἡ βραδιὰ θὰ πέσει φθινοπωρινή,
τὸ καθετὶ περσότερο μοῦ λέει τὴν ὀμορφιά σου!

Μὲ μίαν ἀκρούλα σύννεφου ταξιδεμένου μὲ καλεῖς,
μὲ τὸ χρυσίο χαμόγελο τοῦ μαραμένου βρύου,
μ᾿ ἕνα χορτάρι ἀνάμεσα στὶς πλάκες ὅλες τῆς αὐλῆς,
ποὺ τὸ σαλεύει μοναχὸ ἡ πνοὴ τοῦ Σεπτεμβρίου.

Καὶ τὴ φωνή σου ἀκούγοντας, τὴ μυστικιά, τὴ δυνατή,
ὦ φύση, θά ῾ρθω κάποτε φέρνοντας τὸ σταυρό μου.
Θά ῾ναι τὸ χῶμα σου ἐλαφρό, καὶ θά ῾ναι πάντα ὀνειρευτὴ
ἡ ὥρα μὲ τ᾿ ἀναπάντεχο τέλος τοῦ μάταιου δρόμου!


[ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ...]

Τί νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ, στὸ ἔρμο νησί, στὸ χεῖλος
τοῦ κόσμου, δῶθε ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο καὶ κεῖθε ἀπ᾿ τὴ γῆ!
Ὅταν ἀπομακρύνθηκεν ὁ τελευταῖος μας φίλος,
ᾔρθαμε ἀγάλι σέρνοντας τὴν αἰώνια πληγή.

Μὲ μάτι βλέπουμε ἀδειανό, μὲ βῆμα τσακισμένο
τὸν ἴδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ᾿ ἄρρωστο κορμί, ποὺ ἐβάρυνε, σὰν ξένο,
ὑπόκωφος ἀπὸ μακριὰ ἡ φωνή μας φτάνει ἀχός.

Ἡ ζωὴ διαβαίνει, πέρα στὸν ὁρίζοντα σειρῆνα,
μὰ θάνατο, καθημερνὸ θάνατο, μὲ χολὴ
μόνο, γιὰ μᾶς ἡ ζωὴ θὰ φέρει, ὅσο ἂν γελᾷ ἡ ἀχτίνα
τοῦ ἥλιου καὶ οἱ αὖρες πνέουνε. Κι εἴμαστε νέοι, πολὺ

νέοι, καὶ μᾶς ἄφησεν ἐδῶ, μιὰ νύχτα, σ᾿ ἕνα βράχο,
τὸ πλοῖο ποὺ τώρα χάνεται στοῦ ἀπείρου τὴν καρδιά,
χάνεται καὶ ρωτιόμαστε τί νά ῾χουμε, τί νά ῾χω,
ποὺ σβήνουμε ὅλοι, φεύγουμ᾿ ἔτσι νέοι, σχεδὸν παιδιά!


ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...

Φύγε κι ἄσε με μοναχό, ποὺ βλέπω νὰ πληθαίνει
ἀπάνω ἡ νύχτα, καὶ βαθιὰ νὰ γίνονται τὰ χάη.
Οὔτε τοῦ πόνου ἡ θύμηση σὲ λίγο πιὰ δὲ μένει,
κι εἶμαι ἄνθος ποὺ φυλλοροεῖ στὸ χέρι σου καὶ πάει

Φύγε καθὼς τὰ χρόνια κεῖνα ἐφύγανε, ποὺ μόνον
μιὰ λέξη σου ἦταν, στὴ ζωή, γιὰ μένα σὰν παιάνας.
Τώρα τὰ χείλη μου διψοῦν τὸ φίλημα τῆς μάνας,
τῆς μάνας γῆς, καὶ ἀνοίγοντας στὸ γέλιο τῶν αἰώνων

Φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ τὴν ἄπειρη γαλήνη!
Ταράζει καὶ ἡ ἀνάσα σου τὰ μαῦρα της Στυγὸς
νερά, ποὺ μὲ πηγαίνουν, ὅπως εἶμαι ναυαγός,
ἐκεῖ, στὸ ἀπόλυτο Μηδέν, στὴν Ἀπεραντοσύνη.


[ΔΕΝΤΡΑ ΜΟΥ...]

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στὴ νύχτα τοῦ Δεκέμβρη,
στὴ σκοτεινή, βαθιὰ δεντροστοιχία
μαζὶ πηγαίνουμε, μαζὶ καὶ ἡ μέρα θὰ μᾶς ἕβρει,
ὦ ἐρημικά, θλιμμένα μου στοιχεῖα.

Αὔριο, μεθαύριο, σύντροφο θὰ μ᾿ ἔχετε καὶ φίλο,
τὰ μυστικά σας θέλω νὰ μοῦ πεῖτε,
μὰ ὅταν, ἀργότερα, φανεῖ τὸ πρῶτο νέο σας φύλλο,
θὰ πάω μακριά, τὸ φῶς γιὰ νὰ χαρεῖτε.

Κι ἀφοῦ ταιριάζει, ὦ δέντρα μου νὰ μένω ἀπ᾿ ὅλα πίσω
τὰ θαλερὰ καὶ τὰ εὔθυμα στὴν πλάση,
ἐγὼ λιγότερο γι᾿ αὐτὸ δὲ θὰ σᾶς ἀγαπήσω,
ὅταν θὰ μ᾿ ἔχετε κι ἐσεῖς ἀκόμη προσπεράσει.

*****
Καθὼς βαδίζω, μιὰ σκιὰ μ᾿ ἀκολουθεῖ ἀπὸ πάνω
σὰν βαρὺ νέφος ἢ φτερὸ δυσοίωνου πουλιοῦ.
Εἶναι μαζί μου ὅπου νὰ πάω, μαζί μου ὅ,τι νὰ κάνω,
καὶ δὲν ἀφήνει οὔτε νὰ δῶ τὸν ἥλιο τοῦ θεοῦ.

*****
Σάββατο βράδυ: ἀνοίγουνε στὸ δρόμο σὰ λουλούδια
οἱ ἁπλὲς καρδιές, παθητικὰ ν᾿ ἀνέβουνε τραγούδια
ποὺ γιὰ τὴ χαρὰ ἢ τὸν ἁπαλὸ τοῦ ἔρωτα ψάλλουν πόνο,
ἐνῷ γιὰ μένα ἡ ἑβδομάδα ἐτελείωσε καὶ μόνο.

*****
Ἕνα σπιτάκι ἀπόμερο, στὸ δείλι, στὸν ἐλαιῶνα,
μιὰ καμαρούλα φτωχική, μιὰ βαθιὰ πολυθρόνα,
μιὰ κόρη ποὺ στοχαστικὰ τὸν οὐρανὸ κοιτάει,
ὤ, μιὰ ζωὴ ποὺ χάνεται καὶ μὲ τὸν ἥλιο πάει!

*****
Λύπη ἂς ἐρχόταν ἡ χαρά, μόνο ἤθελα νὰ σπάσει
ἐμὲ ἡ καρδιὰ κι ἀνάλαφρη νὰ πέσει καταγῆς,
ὅπως τὸ ροδοπέταλο ποὺ θύελλα ἔχει ἁρπάσει,
ἢ ἀκόμη ποὺ τὸ ἐβάρυνε καὶ ἡ δρόσος τῆς αὐγῆς.

*****
Μίσθια δουλειά, σωροὶ χαρτιῶν, ἔγνοιες μικρές, καὶ λῦπες
ἄθλιες, μὲ περιμένανε σήμερα καθὼς πάντα.
Μόνο εἶδα, φεύγοντας πρωί, στὴν πόρτα μου τολύπες
τὰ ρόδα, καὶ γυρίζοντας ἔκοψα μία γιρλάντα.

*****
Σύμβολα ἐμείναμε καιρῶν ποὺ ἀπάνω μας βαραίνουν,
ἄλυτοι γρῖφοι ποὺ μιλοῦν μονάχα στὸν ἑαυτό τους,
τάφοι ποὺ πάντα μὲ ἀνοιχτῆ χρονολογία προσμένουν,
γράμματα ποὺ δὲν ἔφτασαν ποτὲ στὸν προορισμό τους

*****
Ἄλογα μαῦρα, θίασος ἱπποδρομίου, πετοῦνε
οἱ σκέψεις τώρα, φεύγοντας τὴ μάστιγα τοῦ λόγου.
Κι εἶμαι ἕνας κλόουν τραγικός, ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ δοῦνε
νὰ παίζει, νὰ συντρίβεται μὲ τὴν ὁπλὴ τοῦ ἀλόγου.


[ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ]

Θά ῾ρθουν ὅλες μία μέρα, καὶ γύρω μου
θὰ καθίσουν βαθιὰ λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τὰ μάτια τους,
θὰ πετοῦνε στὴν κάμαρα μέσα.
Ὠχρὰ χέρια θὰ σβήνουν στὸ σύθαμπο
καὶ θανάσιμα χείλη θὰ τρέμουν.

«Ἀδελφέ» θὰ μοῦ ποῦν «δέντρα φεύγουνε
μὲς στὴ θύελλα, καὶ πιὰ δὲ μποροῦμε,
δὲν ὁρίζουμε πιὰ τὸ ταξίδι μας.
Ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.
Ἐμεῖς, κοίτα, στὰ πόδια σου ἀφήνουμε,
συναγμένο ἀπὸ χρόνια, τὸ δάκρυ.

«Τὰ χρυσὰ ποῦ ῾ναι τώρα φθινόπωρα,
ποῦ τὰ θεῖα καλοκαίρια στὰ δάση;
Ποῦ οἱ νυχτιὲς μὲ τὸν ἄπειρον, ἔναστρο
οὐρανό, τὰ τραγούδια στὸ κῦμα;
Ὅταν πίσω καὶ πέρα μακραίνανε,
ποῦ νὰ ἐπῆγαν χωριά, πολιτεῖες;

»Οἱ θεοὶ μᾶς ἐγέλασαν, οἱ ἄνθρωποι,
κι ἤρθαμε ὅλες ἀπόψε κοντά σου,
γιατί πιὰ τὴν ἐλπίδα δὲν ἄξιζε
τὸ σκληρό μας, ἀβέβαιο ταξίδι.
Σὰ φιλί, σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἀλλάζαμε,
ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.»

Θὰ τελειώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,
θ᾿ ἀπομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα
θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω
τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους
ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου...


[ΕΝΑ ΞΕΡΟ ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΟ...]

Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο τὴν ὥρα αὐτὴ θὰ πέσει,
τὸ πρόσχημα τοῦ βίου σου, καὶ θ᾿ ἀπογυμνωθεῖς.
Μὲ τὸ δέντρο δίχως φύλλωμα θὰ παρομοιωθεῖς,
ποὺ τὸ χειμῶνα ἀπάντησε στὸ δρόμου ἐκεῖ τὴ μέση.

Κι ἀφοῦ πιὰ τότε θά ῾ναι ἀργὰ νέες χίμαιρες νὰ πλάσεις
ἢ ἀκόμη μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ συμβατικὴ χαρά,
θ᾿ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο γιὰ τελευταῖα φορά,
κι ὅλη σου τὴ ζωὴ κοιτάζοντας, ἤρεμα θὰ γελάσεις.


ΚΡΙΤΙΚΗ

Δὲν εἶναι πιὰ τραγούδι αὐτό, δὲν εἶναι ἀχὸς
ἀνθρώπινος. Ἀκούγεται νὰ φτάνει
σὰν τελευταῖα κραυγή, στὰ βάθη τῆς νυχτός,
κάποιου πὄχει πεθάνει.


ΠΑΙΔΙΚΟ

Τώρα ἡ βραδιά,
γλυκιὰ ποὺ φτάνει,
θὰ μοῦ γλυκάνει
καὶ τὴν καρδιά.

Τ᾿ ἀστέρια ἐκεῖ
θὰ δῶ, θὰ νιώσω
οἱ ἄνθρωποι πόσο
εἶναι κακοί.

Κλαίοντας θὰ πῶ:
«Ἄστρα μου, ἀστράκια
τ᾿ ἄλλα παιδάκια
θὰ τ᾿ ἀγαπῶ.

»Ἂς μὲ χτυποῦν
πάντα κι ἀκόμα.
Θά ῾μαι τὸ χῶμα
ποὺ τὸ πατοῦν.

»Ἄστρα, καθὼς
ἄστρα καὶ κρίνο,
ἔτσι θὰ γίνω
τώρα καλός.»


[ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ...]

Θέλω νὰ φύγω πιὰ ἀπὸ δῶ, θέλω νὰ φύγω πέρα,
σὲ κάποιο τόπο ἀγνώριστο καὶ νέο,
θέλω νὰ γίνω μία χρυσὴ σκόνη μὲς στὸν αἰθέρα,
ἁπλὸ στοιχεῖο, ἐλεύθερο, γενναῖο.

Σὰν ὄνειρο νὰ φαίνονται ἁπαλὸ καὶ νὰ μιλοῦνε
ἕως τὴν ψυχὴ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου,
ὡραῖα νά ῾ναι τὰ πρόσωπα καὶ νὰ χαμογελοῦνε,
ὡραῖος ἀκόμη ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο ἐκεῖ μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει, θεέ μου,
στὴ νύχτα, στὴν ἀπόγνωση τῶν τόπων,
στὸ φοβερὸ στερέωμα, στὴν ὠρυγὴ τοῦ ἀνέμου,
στὰ βλέμματα, στὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων.

Νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε, τίποτε πιά, μὰ λίγη
χαρὰ καὶ ἱκανοποίησις νὰ μένει,
κι ὅλοι νὰ λένε τάχα πὼς ἔχουν γιὰ πάντα φύγει,
ὅλοι πὼς εἶναι τάχα πεθαμένοι.


ΒΡΑΔΥ

Τὰ παιδάκια ποὺ παίζουν στ᾿ ἀνοιξιάτικο δείλι
μιὰ ἰαχὴ μακρυσμένη --
τ᾿ ἀεράκι ποὺ λόγια μὲ τῶν ρόδων τὰ χείλη
ψιθυρίζει καὶ μένει,

τ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια ποὺ ἀνασαίνουν τὴν ὥρα,
ἡ ἀδειανὴ κάμαρά μου,
ἕνα τραῖνο ποὺ θά ῾ρχεται ἀπὸ μία ἄγνωστη χώρα,
τὰ χαμένα ὄνειρά μου,

οἱ καμπάνες ποὺ σβήνουν, καὶ τὸ βράδυ ποὺ πέφτει
ὁλοένα στὴν πόλη,
στῶν ἀνθρώπων τὴν ὄψη, στ᾿ οὐρανοῦ τὸν καθρέφτη,
στὴ ζωή μου τώρα ὅλη...


[Ω ΒΕΝΕΤΙΑ...]

Ὦ Βενετία, πόλις ἀπὸ χρυσάφι κι ἀπὸ σμάλτο,
κορόνα στὴ λαμπρότητα τῆς Ἀδριατικῆς,
Μέγα Κανάλι, Γέφυρα τῶν Στεναγμῶν, Ριάλτο,
ὢ θύμηση ἀνεξάλειπτη μιᾶς ἐκθαμβωτικῆς

νύχτας, ποὺ ἐπερπάτησα στὴ μυθικὴ πλατεία
τοῦ Ἁγίου Μάρκου, μπρὸς στὸ παλάτι τῶν Δουκῶν,
ἀκούοντας νὰ σφυρηλατοῦν τὶς ὦρες μία μία
τὰ χάλκινα ὁμοιώματα τῶν δυὸ στρατιωτῶν --

πόσο πλάγι σου φαίνονται μικρὰ καὶ χωρὶς βάθος
τὰ αἰσθήματα ποὺ μᾶς κρατοῦν ἀκόμη ἐδῶ στὴ γῆ,
ἐφήμερος ἡ λύπη μας, ἀταίριαστο τὸ πάθος,
ὦ αἰώνια παράδοση τοῦ κάλλους καὶ πηγή!


[ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ...]

Σὰν δέσμη ἀπὸ τριαντάφυλλα
εἶδα τὸ βράδυ αὐτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στοὺς δρόμους εὐωδιά.
Καὶ στὴν καρδιὰ
αἰφνίδια καλοσύνη.
Στὰ χέρια τὸ παλτό,
στ᾿ ἀνεστραμμένο πρόσωπο ἡ σελήνη.
Ἠλεκτρισμένη ἀπὸ φιλήματα
θά ῾λεγες τὴν ἀτμόσφαιρα.
Ἡ σκέψις, τὰ ποιήματα,
βάρος περιττό.

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε
τὸ καλοκαῖρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.


ΩΔΗ Σ᾿ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ

Ἄρι, μαζὶ μὲ σένα
ἔφυγαν ὅλοι τώρα.
Ἀφρόντιστα ἔχουν μείνει
τὰ ἔπιπλα, καὶ τὰ δῶρα
γυρεύουν τὰ χεράκια
ποὺ σαλεύουν σὰν κρίνοι.

Ἐρημικά, σωπαίνουν,
πρωτογνώριστα μέρη,
οἱ σκάλες, τὰ δωμάτια.
Οὔτε κανεὶς πιὰ ξέρει
ἂν πάλι θ᾿ ἀνατείλουν
τὰ παιδικά σου μάτια.

Ἀνοιγοκλείνω τὶς πόρτες,
μπαίνω παντοῦ, μιλάω
λόγια πικρὰ στοὺς τοίχους,
χωρὶς αἰτία γελάω,
θέλοντας νὰ ξυπνήσω
τοὺς κοιμισμένους ἤχους.

Στὴν ἄδεια ζαρντινιέρα
τὰ παιχνίδια σου βάνω.
Ἡ μαϊμού σου καβάλα
στὸ προβατάκι πάνω.
Ὕστερα ἡ πεταλούδα
μὲ τὰ φτερὰ μεγάλα.

(Κλυδωνίζεται τώρα,
ὡς τὰ θεμέλια φρίττει,
καὶ τὸ πηγαίνει ὁ Χρόνος
τὸ πατρικό μου σπίτι.
Ἄξαφνα βλέπω νά ῾μαι
ὁ τελευταῖος, ὁ μόνος.)

Εὐτυχίζω σὲ σένα
τὶς ἐρχόμενες τύχες,
τὴν ἄγνοια τοῦ κόσμου,
τὸ χαμόγελο ποὺ εἶχες,
ὦ ἄγγελε παραστάτη,
ὦ παρήγορο φῶς μου!


ΗΛΥΣΙΑ

(Τόσο πολὺ τὰ σώματα κουράστηκαν,
ποὺ ἐλύγισαν, ἐκόπηκαν στὰ δυό.)
Κι ἔφυγαν οἱ ψυχές, πατοῦνε μόνες των,
ἀργά, τὴ χλόη σὰν ἀνοιχτὸ βιβλίο.

(Τὰ σώματα κυλοῦν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) καὶ φαίνονται στὸ βάθος
τριαντάφυλλα κρατώντας, νὰ πηγαίνουνε
μὲ τ᾿ ὄνειρο οἱ ψυχὲς καὶ μὲ τὸ πάθος.

(Χῶμα στὸ χῶμα γίνονται τὰ σώματα.)
Μὰ κεῖθε ἀπ᾿ τὸν ὁρίζοντα, σὰν ἥλιοι
δύουν οἱ ψυχές, τὸν οὐρανὸ ποὺ φόρεσαν,
ἢ σὰν ἁπλὰ χαμόγελα σὲ χείλη.


ΙΣΤΟΡΙΑ

Δεκάξι χρονῶν ἐγέλασαν,
πέρα, στ᾿ ἀνοιξιάτικο δείλι.
Ἔπειτα ἐσώπησαν τὰ χείλη,
καὶ στὴν καρδιά τους ἐγέρασαν.

Ἐκίνησαν τότε σὰ φίλοι,
σὰ δυὸ ξερὰ φύλλα στὸ χῶμα.
Ἔπειτα ἐχώρισαν ἀκόμα,
κάποιο φθινοπωρινὸ δείλι.

Τώρα καθένας, μὲ ὠχρὸ στόμα,
σκύβοντας, φιλεῖ τὰ δεσμά του.
Ἔπειτα θὰ γύρουνε ὡς κάτου
καὶ θὰ περάσουνε στὸ χῶμα.


ΚΙΘΑΡΕΣ

Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ὁ ἄνεμος ὅταν περνάει,
στίχους, ἤχους παράξενους ξυπνάει
στὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες.

Εἴμαστε κάτι ἀπίστευτες ἀντένες.
Ὑψώνονται σὰν δάχτυλα στὰ χάη,
στὴν κορυφή τους τ᾿ ἄπειρο ἀντηχάει,
μὰ γρήγορα θὰ πέσουνε σπασμένες.

Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις,
χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε.
Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις.

Στὸ σῶμα, στὴν ἐνθύμηση πονοῦμε.
Μᾶς διώχνουνε τὰ πράγματα, κι ἡ ποίησις
εἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε.


[ΠΟΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΕΙ...]

Ποιὰ θέληση θεοῦ μᾶς κυβερνάει,
ποιὰ μοῖρα τραγικὴ κρατάει τὸ νῆμα
τῶν ἄδειων ἡμερῶν ποὺ τώρα ζοῦμε
σὰν ἀπὸ μία κακή, παλιὰ συνήθεια;

Πρὶν φτάσουμε στὴ μέση αὐτοῦ τοῦ δρόμου,
ἐχάσαμεν τὴ χρυσὴ πανοπλία,
καὶ μόνο τὸ μεγάλο ἐρώτημά μας
ὁλοένα πιὸ σφιχτὰ μᾶς περιβάλλει.

Χωρὶς πίστη κι ἀγάπη, χωρὶς ἔρμα,
ἐγίναμε τὸ λάφυρο τοῦ ἀνέμου
ποὺ ἀναστρέφει τὸ πέλαγος. Θὰ βροῦμε
τουλάχιστον τὸ βυθὸ τῆς ἀβύσσου;

Οἱ ἄνθρωποι φεύγουν, ἤ, ὅταν πλησιάζουν,
στέκουν γιὰ λίγο πάνω μας, ἀκοῦνε
στὴν ἔρημη βοή, μάταιη καὶ κούφια
σὰ νὰ χτυποῦν τὸ πόδι σὲ μία στέρνα.

Κοιτάζουνε μὲ φόβο, μὲ ἀπορία,
ἔπειτα φεύγουν πάλι στοὺς ἀγῶνες,
καὶ μόνο τὸ συναίσθημα κρατοῦνε
τοῦ μακρινοῦ, ἀόριστου κινδύνου.

Εἶναι κάτι φρικτὲς ἀνταποδόσεις.
Εἶναι στὸν οὐρανὸ μία σιδερένια
μιὰ μεγάλη πυγμή, ποὺ δὲ συντρίβει
μὰ τιμωρεῖ, κι ἀδιάκοπα πιέζει.


ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

Σὰ νὰ μὴν ἤρθαμε ποτὲ σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ,
σὰ νὰ μένουμε ἀκόμη στὴν ἀνυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Ἄνθρωποι στῶν ἄλλων μόνο τὴ φαντασία.

Ἀπὸ χαρτὶ πλασμένα κι ἀπὸ δισταγμό,
ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τὰ τυφλὰ δυὸ χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τὸν ἐμπαιγμό,
ἄτονα κοιτώντας, παθητικά, τ᾿ ἀστέρια.

Μακρινὴ χώρα εἶναι γιὰ μᾶς κάθε χαρά,
ἡ ἐλπίδα κι ἡ νεότης ἔννοια ἀφηρημένη.
Ἄλλος δὲν ξέρει ὅτι βρισκόμαστε, παρὰ
ὅποιος πατάει ἐπάνω μας καθὼς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ὁ καιρός.
Ὤ! κι ἂν δὲν ἦταν ἡ βαθιὰ λύπη στὸ σῶμα,
ὤ! κι ἂν δὲν ἦταν στὴν ψυχὴ ὁ πραγματικὸς
πόνος μας, γιὰ νὰ λέει ὅτι ὑπάρχουμε ἀκόμα...


[ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ...]

Τί νὰ σοῦ πῶ, φθινόπωρο, ποὺ πνέεις ἀπὸ τὰ φῶτα
τῆς πολιτείας καὶ φτάνεις ὡς τὰ νέφη τ᾿ οὐρανοῦ;
Ὕμνοι, σύμβολα, ποιητικές, ὅλα γνωστὰ ἀπὸ πρῶτα,
φυλλορροοῦν στὴν κόμη σου τὰ ψυχρὰ ἄνθη τοῦ νοῦ.

Γίγας, αὐτοκρατορικὸ φάσμα, καθὼς προβαίνεις
στὸ δρόμο τῆς πικρίας καὶ τῆς περισυλλογῆς,
ἀστέρια μὲ τὸ πρόσωπο, μὲ τῆς χρυσῆς σου χλαίνης
τὸ κράσπεδο σαρώνοντας τὰ φύλλα καταγῆς,

εἶσαι ὁ ἄγγελος τῆς φθορᾶς, ὁ κύριος τοῦ θανάτου,
ὁ ἴσκιος πού, σὲ μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας ἀργὰ κάποτε στοὺς ὤμους τὰ φτερά του,
γράφει πρὸς τοὺς ὁρίζοντες ἐρωτηματικά...

Ἐνοσταλγοῦσα, ριγηλὸ φθινόπωρο, τὶς ὧρες,
τὰ δέντρα αὐτὰ τοῦ δάσους, τὴν ἔρημη προτομή.
Κι ὅπως πέφτουνε τὰ κλαδιὰ στὸ ὑγρὸ χῶμα οἱ ὀπῶρες,
ᾖρθα νὰ ἐγκαταλειφθῶ στὴν ἱερή σου ὁρμή.


ΤΑΦΟΙ

Ἑλένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912
Ποιήτρια καὶ μουσικός.
Ἐπέθανε μὲ τοὺς φριχτώτερους πόνους στὸ σῶμα
καὶ μὲ τὴ μεγαλύτερη γαλήνη στὴν ψυχή.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Πόση ἡσυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οἱ τάφοι λὲς κι αὐτοὶ χαμογελοῦνε,
ἐνῷ μὲ κεφαλαῖα σιγὰ μιλοῦνε
οἱ νεκροὶ γράμματα, βαθιὰ στὰ ἐρέβη.

Ἀπὸ κεῖ, στὴν καρδιά μας ποὺ εἰρηνεύει,
μὲ ἁπλὰ θέλουνε λόγια ν᾿ ἀνεβοῦνε.
Μὰ τὸ παράπονο, ἢ ὅ,τι κι ἂν ποῦνε
-- τόσο ἔφυγαν μακριὰ -- δὲ χρησιμεύει.

Εἶναι ὅλος, νά, διασταυρωμένα δυὸ
ξύλα ὁ Μαρτζώκης. Νὰ ὁ Βασιλειάδης,
ἕνα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.

Καὶ μία πλάκα στὴ χλόη μισοκρυμμένη
-- ἔτσι τώρα τὴ συμβολίζει ὁ Ἅδης --
νὰ ἡ Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.


ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ

Ζοφερὴ Νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις.
Μὲ ζητοῦνε τὰ νύχια σου. Στὰ χνῶτα
σου βλέπω ποὺ ὠχριοῦν ἄνθη καὶ φῶτα.
Στ᾿ ἁπλωμένα φτερά σου μὲ σκεπάζεις.

Δῶσ᾿ μου λίγο καιρό, Νύχτα μεγάλη!
Θὰ καταβάλω ὅλη τὴ θέλησή μου.
Σὰ μορφασμὸ θὰ πάρω στὴ μορφή μου
τὴ χαρὰ ποὺ στὰ στήθη ἔχουν οἱ ἄλλοι.

Καὶ τότε κάποια πρόφαση θὰ μείνει
(σημαίας κουρέλι ἀπὸ χαμένη μάχη),
ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ μὴ δειλιᾷ μονάχη
καὶ γιὰ νὰ λησμονεῖ τὴ σκέψη ἐκείνη.

Τὸ πάθος ὄχι, τὸ ἴνδαλμά του μόνο,
ἢ τὴ γαλήνη, θέλω ν᾿ ἀντικρίσω
μιὰ φορά. Κι ὕστερα πᾶρε με πίσω
καὶ καλὰ τύλιξέ με, ὦ Νύχτα αἰώνων!


[ΟΤΑΝ ΑΝΘΗ ΕΔΕΝΑΤΕ...]

Ὅταν ἄνθη ἐδένατε στὰ τεφρὰ μαλλιά σας,
καὶ μέσ᾿ στὴν καρδιά σας
ἀντηχοῦσαν σάλπιγγες, κι ἤρθατε σὲ χώρα
πιὸ μεγάλη τώρα --
οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ ἔξαλλα πρόσωπα, τὰ ρίγη,
εἶχαν ὅλοι φύγει.

Ὅταν ἄλλο ἐπήρατε πρόσταγμα, ἄλλο δρόμο,
σκύβοντας τὸν ὦμο,
τὴν βαθιὰν ἀκούγοντας σιωπή, τοὺς γρύλλους,
στὴν ἄκρη τοῦ χείλους
ἕνα στάχυ βάζοντας μὲ πικρία τόση --
εἶχε πιὰ νυχτώσει.

Κι ὅταν ἐκινήσατε λυτρωμένα χέρια
πάνω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια,
κι ὅταν στὸ κρυστάλλινο βλέμμα, ποὺ ἀνεστράφη,
ὁ οὐρανὸς ἐγράφη,
κι ὅταν ἐφορέσατε τὸ λαμπρὸ στεφάνι --
εἴχατε πεθάνει.


ΦΘΟΡΑ

Στὴν ἄμμο τὰ ἔργα στήνονται μεγάλα τῶν ἀνθρώπων,
καὶ σὰν παιδάκι τὰ γκρεμίζει ὁ Χρόνος μὲ τὸ πόδι.


ΔΙΑΚΟΣ

Μέρα τ᾿ Ἀπρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελοῦσε ὁ κάμπος
μὲ τὸ τριφύλλι.

Ὡς τὴν ἐφίλει
τὸ πρωινὸ θάμπος,
ἡ φύση σάμπως
γλυκὰ νὰ ὁμίλει.

Ἐκελαδοῦσαν
πουλιά, πετώντας
ὅλο πιὸ πάνω.

Τ᾿ ἄνθη εὐωδιοῦσαν.
Κι εἶπε ἀπορώντας:
«Πῶς νὰ πεθάνω;»


ΚΑΝΑΡΗΣ

Κάποιοι δαιμόνιοι
τὸν εἶχαν στείλει.
Ἔγινε ἀχείλι
κόσμου ποὺ ἐπόνει.

(Ἥρωες χρόνοι!)
Καὶ πὼς ἐμίλει
μὲ τὸ φιτίλι,
μὲ τὸ τρομπόνι!

Τὸ πέρασμά του,
μήνυμα κρύο
μαύρου θανάτου.

Κι εἶχε θεῖο
χέρι ποὺ φλόγα
κράταε κι εὐλόγα.


BYRON

Ἔνοιωσεν ὅτι
τοῦ ἦταν οἱ στίχοι
ἄχαρη τύχη
καὶ ματαιότη.

Ἡ ὁρμή του ἡ πρώτη
πιὰ δὲν ἀντήχει,
ἀλλά, στὰ τείχη,
ἔνδοξη νιότη.

Γίνονται οἱ γέροι
γαῦροι. Θὰ ὁρμήσει
ἀνδρῶν λουλούδι.

Κι ὁ Μπάιρον ξέρει
πῶς νὰ τὸ ζήσει
τὸ θεῖο Τραγούδι.


ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Λευτεριά, Λευτεριὰ σχίζει, δαγκάνει
τοὺς οὐρανοὺς τὸ στέμμα σου. Τὸ φῶς σου,
χωρὶς νὰ καίει, τυφλώνει τὸ λαό σου.
Πεταλοῦδες χρυσὲς οἱ Ἀμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα τὸ ὑπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θὰ σ᾿ ἀγοράσουν
ἔμποροι καὶ κονσόρτια κι ἑβραῖοι.
Εἶναι πολλὰ τοῦ αἰῶνος μας τὰ χρέη,
πολλὲς οἱ ἁμαρτίες, ποὺ θὰ διαβάσουν
οἱ γενεές, ὅταν σὲ παρομοιάσουν
μὲ τὸ πορτραῖτο τοῦ Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σὲ νοσταλγοῦνε,
μακρινὰ δάση, ρημαγμένοι κῆποι,
ὅσοι ἄνθρωποι προσδέχονται τὴ λύπη
σὰν ἔπαθλο τοῦ ἀγῶνος, καὶ μοχθοῦνε,
καὶ τὴ ζωή τους ἐξακολουθοῦνε,
νεκροὶ ποὺ ἡ καθιέρωσις τοῦ λείπει.


ΕΙΣ ΑΝΔΡΕΑΝ ΚΑΛΒΟΝ

Ὦ μεγάλε Ζακύνθιε,
τῶν ᾠδῶν σου τὰ μέτρα,
ὑψηλά, σοβαρά,
τοὺς ἀγῶνες ἐκάλυπτον
ἐκτεταμένους.

Τῆς δουλείας τὰ βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
ὅταν ἐγράφη πύρινος,
ἡ ἀστραπὴ τῶν ὅπλων
(καὶ ἡ ἀρετή σου).

Ὡς ἥλιος, ἀνάβαν
τὸν Ὄλυμπον, ἐστάθη
πάνω εἰς γυμνὰ χωράφια,
εἰς ἀνθισμένα ἐρείπια,
γνώριμον κλέος.

Ἀλλὰ τὸ θεῖον ἔναυσμα
ἡ φωνή σου δὲν εἶναι
τώρα πλέον. Μᾶς ἔρχεται
μακρινὸς καὶ παράταιρος
ἦχος τυμπάνου.

Ὁλόκληρος αἰών,
χείμαρρος, τὴν Ἑλλάδα,
ταραγμένος, ἐσάρωσεν
ἀπὸ τὰ ἰδανικά σου,
τὴν οἰκουμένην.

Κράτει, λοιπόν, ὦ γέροντα,
τὴν ἐπιτύμβιον πλάκα.
Τὸ πεπαλαιομένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.

Ἤ, ἂν προτιμᾷς, ἐξύμνησον
ἀντὶς γεγυμνωμένων
ξιφῶν, ὅσα μαστίγια
πρὸς θρίαμβον ἐπισείονται
τῶν καφενείων.

Ἵππους δὲν ἐπιβαίνουσι,
ἀμὴ τὴν ἐξουσίαν
καὶ τοῦ λαοῦ τὸν τράχηλον,
ἰδού, μάχονται οἱ ἥρωες
μέσα εἰς τὰ ντάνσιγκ.

Τὶς δάφνες τοῦ Σαγγάριου
ἡ Ἐλευθερία φορέσασα,
γοργὰ ἀπὸ μίαν χεῖρα
σ᾿ ἄλλην περνᾷ καὶ σύρεται,
δούλη στρατῶνος.

Καθώς, ὅταν τὴν εὔκολον
λείαν ἀποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι ἔπειτα
σὲ μία γραμμὴν ἑλίσσεται
πλῆθος μυρμήγκων,

μεγάλα προπορεύονται
ἔντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ἀκολουθοῦσι,
μὲ φορτίο ἐλαφρότερο,
μικρότερα ἄλλα,

καὶ δὲ βλέπουν στὸ πλάγι τους
τὸ παιδάκι ποὺ στέκει
νὰ γελᾷ τὸν ἀγῶνα των,
καὶ δὲν βλέπουν ὅτι ὕψωσε
τώρα τὸ πέλμα -

οὕτω τὴ χώρα νέμεται
ἡ στρατιὰ τῆς ἤττης,
τοῦ λαοῦ τὴν ἀπόφασιν,
ἄτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονοῦσα.

Ἀλλὰ τί λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε τὴν πατρίδα,
νεκρὰν ὅπου σκυλεύουν
ἀλλοφρονοῦντα τέκνα της,
ὦ Ἀνδρέα Κάλβε.

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχὴν ἔχουν οἱ μάζαι,
ἰδιοτελῆ καρδιάν,
καὶ παρειὰν ἀναίσθητον
εἰς τοὺς κολάφους.


ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ

Φθονῶ τὴν τύχη σας, προνομιοῦχα
πλάσματα, κοῦκλες ἰαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικὲς
γραμμές, μεταξωτά, διαφανῆ ροῦχα.

Ζωή σας ὅλη τὰ ὡραῖα σας μάτια.
Στὰ χείλη μόνο οἱ λέξεις τῶν παθῶν.
Ἕνα ἒχετ᾿ ὄνειρο: τὸν ἀγαθὸν
ἄντρα σας καὶ τὰ νόμιμα κρεβάτια.

Χορὸς ἡμιπαρθένων, δυὸ δυό,
μ᾿ ἀλύγιστο τὸ σῶμα, θριαμβευτικά,
ἐπίσημα καὶ τελετουργικά,
πηγαίνετε στὸ ντάνσιγκ ἢ στὸ ᾠδεῖο.

Ἐκεῖ ἀπειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σὰν τὴ σελήνη πρὶν ρομαντικές,
αὔριο παναγίες, ὅσο προχτές,
ἀκούοντας τὴ «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ἕνα διάστημα παίζετε τὸ τέρας
μὲ τὰ τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε καὶ διαβάζετε μετὰ
τὸν ὁδηγό σας «διὰ τὰς μητέρας».

Ὤ, νὰ μποροῦσε ἔτσι κανεὶς νὰ θάλλῃ,
μέγα ρόδο κάποιας ὥρας χρυσῆς,
ἢ νὰ βυθομετρούσατε καὶ σεῖς
μὲ μιὰ φουρκέτα τ᾿ ἄδειο σας κεφάλι!

Ἀτίθασα μέλῃ, διαφανῆ ροῦχα,
γλοιώδη στόματα ὑποκριτικά,
ἀνυποψίαστα, μηδενικὰ
πλάσματα, καὶ γι᾿ αὐτὸ προνομιοῦχα...


ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ...

Ὅλοι μαζὶ κινοῦμε, συρφετός,
γυρεύοντας ὁμοιοκαταληξία.
Μιὰ τόσο εὐγενικιὰ φιλοδοξία
ἔγινε τῆς ζωῆς μας ὁ σκοπός.

Ἀλλάζουμε μὲ ἤχους καὶ συλλαβὲς
τὰ αἰσθήματα στὴ χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τὰ ποιήματά μας,
γιὰ νὰ τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Ἀφήνουμε στὸ ἀγέρι τὰ μαλλιὰ
καὶ τὴ γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Ἀνυπόφορη νομίζουμε πρόζα
τῶν καλῶν ἀνθρώπων τὴ συντροφιά.

Μόνο γιὰ μᾶς ὑπάρχουν τοῦ Θεοῦ
τὰ πλάσματα καί, βέβαια, ὅλη ἡ φύσις.
Στὴ Γῆ γιὰ νὰ στέλνουμε ἀνταποκρίσεις,
ἀνεβήκαμε στ᾿ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ.

Κι ἂν πειναλέοι γυρνᾶμε ὁλημερίς,
κι ἂν ξενυχτοῦμε κάτου ἀπ᾿ τὰ γεφύρια,
ἐπέσαμε θύματα ἐξιλαστήρια
τοῦ «περιβάλλοντος», τῆς «ἐποχῆς».


ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λιώνουν καὶ τελειώνουν
σὰν στῆλες δυὸ δυὸ μὲς στὰ γραφεῖα.
(Ἠλεκτρολόγοι θά ῾ναι ἡ Πολιτεία
κι ὁ Θάνατος, ποὺ τοὺς ἀνανεώνουν.)

Κάθονται στὶς καρέκλες, μουτζουρώνουν
ἀθῷα λευκὰ χαρτιά, χωρὶς αἰτία.
«Σὺν τῇ παρούσῃ ἀλληλογραφίᾳ
ἔχομεν τὴν τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Καὶ μονάχα ἡ τιμὴ τοὺς ἀπομένει,
ὅταν ἀνηφορίζουμε τοὺς δρόμους,
τὸ βράδυ στὸ ὀχτώ, σὰν κορντισμένοι

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τοὺς νόμους,
σκέπτονται τὸ συνάλλαγμα, τοὺς ὤμους
σηκώνοντας οἱ ὑπάλληλοι οἱ καημένοι.


Ο ΜΙΧΑΛΙΟΣ

Τὸ Μιχαλιὸ τὸν πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτὰ ξεκίνησε κι ὡραῖα
μὲ τὸ Μαρῆ καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη.
Δὲν μπόρεσε νὰ μάθει κἂν τὸ «ἐπ᾿ ὤμου».
Ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κὺρ Δεκανέα,
ἄσε με νὰ γυρίσω στὸ χωριό μου».

Τὸν ἄλλο χρόνο, στὸ νοσοκομεῖο,
ἀμίλητος τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσε.
Ἐκάρφωνε πέρα, σ᾿ ἕνα σημεῖο,
τὸ βλέμμα του νοσταλγικὸ καὶ πρᾶο,
σὰ νά ῾λέγε, σὰ νὰ παρακαλοῦσε:
«Ἀφῆστε με στὸ σπίτι μου νὰ πάω».

Κι ὁ Μιχαλιὸς ἐπέθανε στρατιώτης.
Τὸν ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ὁ Μαρὴς κι ὁ Παναγιώτης.
Ἀπάνω του σκεπάστηκεν ὁ λάκκος,
μὰ τοῦ ἄφησαν ἀπέξω τὸ ποδάρι:
Ἦταν λίγο μακρὺς ὁ φουκαράκος.


ΥΠΟΘΗΚΑΙ

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ πονεῖς,
μποροῦνε μὲ χίλιους τρόπους.
Ρίξε τὸ ὅπλο καὶ σωριάσου πρηνής,
ὅταν ἀκούσεις ἀνθρώπους.

Ὅταν ἀκούσεις ποδοβολητὰ
λύκων, ὁ Θεὸς μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου μὲ μάτια κλειστὰ
καὶ κράτησε τὴν πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στὸν πλατὺ κόσμο μία θέση.
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν τὸ κακό,
τοῦ δίνουν ὄψη ν᾿ ἀρέσει.

Τοῦ δίνουν λόγια χρυσά, ποὺ νικοῦν
μὲ τὴν πειθώ, μὲ τὸ ψέμα,
ὅταν [οἱ] ἄνθρωποι διαφιλονικοῦν
τὴ σάρκα σου καὶ τὸ αἷμα.

Ὅταν ἔχεις μία παιδικὴ καρδιὰ
καὶ δὲν ἔχεις ἕνα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στὰ κλαδιά,
στὴ μπουτονέρια σου φύλλο.

Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.


ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ

Ἦταν ὡραῖα σύνολα τὰ ἐπιστημονικὰ
βιβλία, οἱ αἱματόχαρες εἰκόνες τους, ἡ φίλη
ποὺ ἀμφίβολα κοιτάζοντας ἐγέλα μυστικά,
ὡραῖο κι ὅ,τι μᾶς ἐδίναν τὰ φευγαλέα της χείλη...

Τὸ μέτωπό μας ἔκρουσε τόσο ἁπαλά, μὲ τόση
ἐπιμονή, ποὺ ἀνοίξαμε γιὰ νά ῾μπει σὰν κυρία
ἡ Τρέλα στὸ κεφάλι μας, ἔπειτα νὰ κλειδώσει.
Τώρα ἡ ζωή μας γίνεται ξένη, παλιὰ ἱστορία.

Τὸ λογικό, τὰ αἰσθήματά μας εἶναι πολυτέλεια,
βάρος, καὶ τὰ χαρίζουμε τοῦ κάθε συνετοῦ.
Κρατοῦμε τὴν παρόρμηση, τὰ παιδικά μας γέλια,
τὸ ἔνστικτο ν᾿ ἀφηνόμεθα στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.

Μιὰ κωμῳδία ἡ πλάση Του σὰν εἶναι φρικαλέα,
Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει πάντοτε τὴν πρόθεση καλή,
εὐδόκησε στὰ μάτια μας νὰ κατεβάσει αὐλαία
-- ὤ, κωμῳδία! -- τὸ θάμπωμα, τ᾿ ὄνειρο, τὴν ἀχλύ.

...Κι ἦταν ὡραία ὡς σύνολο ἡ ἀγορασμένη φίλη,
στὸ δείλι αὐτὸ τοῦ μακρινοῦ πέρα χειμῶνος, ὅταν,
γελώντας αἰνιγματικά, μᾶς ἔδινε τὰ χείλη
κι ἔβλεπε τὸ ἐνδεχόμενο, τὴν ἄβυσσο ποὺ ἐρχόταν.


ΔΕΛΦΙΚΗ ΕΟΡΤΗ

Στοὺς Δελφοὺς ἐμετρήθηκε τὸ πνεῦμα δυὸ Ἑλλάδων.
Ὁ Αἰσχύλος πάλι ἐξύπνησε τὴν ἠχὼ τῶν Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, operateurs, στοῦ Προμηθέα τὸν πόνο
ἔδωσαν ἰδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.

Ἕνας λυγμὸς ἐκίνησε τ᾿ ἀπίθανα αὐτὰ πλήθη.
Κι ὅταν, χωρὶς νὰ πέσῃ ἡ αὐλαία, ἡ ὁμήγυρις διελύθη,
τίποτε δὲν ἐτάρασσε τὴν ἱερὴ ἐκεῖ πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετὸς ἔσχισε τὸν αἰθέρα...


[ΕΠΡΟΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ...]

Ἐπρόδωσαν τὴν ἀρετὴ κι ἦρθαν οἱ ἔσχατοι πρῶτοι.
Μὲ χρῆμα παίρνεται ἡ καρδιὰ κι ἀποτιμᾶται ὁ φίλος.
Ἂν ἄλλοτε ἀντιφέγγιζε στὸ νοῦ, στὰ μάτια, σ᾿ ὅτι,
εἶναι ἡ ζωὴ πιὰ σκοτεινὴ κι ἀνέφικτη σὰ θρῦλος,
εἶναι πικρία στὸ χεῖλος.

Νύχτα βαθιά. Μὲ πνεῦμα ὀργῆς ἔσπρωξα τὸ κρεβάτι.
Ἄνοιξα τὶς ἀραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ἐλπίς. Ἀπ᾿ τὸ παράθυρο, τοῦ τελευταῖο διαβάτη
εἶδα τὴ σκιά. Κι ἐφώναξα στριγγὰ στὴν ἡσυχία:
«Δυστυχία!»

Ἡ φρικτὴ λέξη μὲ φωτιὰ στὸν οὐρανὸν ἐγράφη.
Δέντρα τὴ δαχτυλοδειχτοῦν, ἀστέρια τὴν κοιτοῦνε,
ἐπιγραφὴ τὴν ἔχουνε τὰ σπίτια κι εἶναι τάφοι,
ἀκόμη θὰ τὴν ἄκουσαν οἱ σκύλοι κι ἀλυχτοῦνε.
Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀκοῦνε.


Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ

(Πίναξ Ἡμιτελής)
Ἔχει πιὰ δύσει ὁ ἥλιος τοῦ χειμῶνα,
καὶ γρήγορα, σὰ θέατρο, σκοτεινιάζει,
ἢ σὰ νὰ πέφτει πέπλο σὲ μία εἰκόνα.
Ἄλλο δὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος, ταράζει
μόνο τ᾿ ἀγκάθια στὴν πεδιάδα ὅλη,
μόνο κάποιο χαρτὶ σ᾿ ὅλη τὴ φύση.
Μὰ τὸ χαριτωμένο περιβόλι
αἷμα καὶ δάκρυα τὸ᾿ χουνε ποτίσει.
Ἀδιάκοπα τὰ δέντρα ξεκινοῦνε,
κι οἱ πέτρινοι σταυροὶ σκίζουν σὰ χέρια
τὸν οὐρανὸ ποὺ σύννεφα περνοῦνε,
τὸν οὐρανὸ ποὺ εἶναι χωρὶς ἀστέρια.

(Ὡραῖο, φρικτὸ καὶ ἀπέριττο τοπίον!
Ἐλαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Ἀλλὰ τοῦ λείπει μία σειρὰ ἐρειπίων
κι ἡ ἐπίσημος ἀγχόνη τοῦ Παγκάλου.)


ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ Α ΜΕΙΖΟΝ

Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ νὰ μᾶς δικάσει,
μικρὸν ἐμὲ κι ἐσᾶς μεγάλο
ἴδια τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο;

Τοὺς τρόπους, τὸ παράστημά σας,
τὸ θελκτικὸ μειδίαμά σας,
τὸ monocle ποὺ σᾶς βοηθάει
νὰ βλέπετε μόνο στὸ πλάϊ

καὶ μόνο αὐτοὺς νὰ χαιρετᾶτε
ὅσοι μοιάζουν ἀριστοκράται,
τὴν περιποιημένη φάτσα,
τὴν ὑπεροπτικὴ γκριμάτσα

ἀπὸ τὴ μία μεριὰ νὰ βάλει
τῆς ζυγαριᾶς, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη
πλάστιγγα νὰ βροντήσω κάτου,
μισητὸ σκήνωμα, θανάτου

ἄθυρμα, συντριμμένο βάζον,
ἐγώ, κύμβαλον ἀλαλάζον.
Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιὸς τελευταῖος θὰ γελάσει;


ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ

Τὴ σάρκα, τὸ αἷμα θὰ βάλω
σὲ σχῆμα βιβλίου μεγάλο.

«Οἱ στίχοι παρέχουν ἐλπίδες»
θὰ γράψουν οἱ ἐφημερίδες.

«Κλεαρέτη Δίπλα - Μαλάμου»
καὶ δίπλα σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ὄνομά μου.

Τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα πάλι
στὴ δουλειὰ θὰ δίνω, στὴν πάλη.

Ἀλλά, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου,
θὰ πηγαίνω στοῦ Βασιλείου.

Ἐκεῖ θὰ βρίσκω ὅλους τοὺς ἄλλους
λογίους καὶ τοὺς διδασκάλους.

Τὰ λόγια μου θά ῾χουν οὐσία,
ἡ σιωπή μου μιὰ σημασία.

Θηρεύοντας πράγματα αἰώνια,
θ᾿ ἀφήσω νὰ φύγουν τὰ χρόνια.

Θὰ φύγουν, καὶ θά ῾ναι ἡ καρδιά μου
σὰ ρόδο ποὺ ἐπάτησα χάμου.


ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ

Στὸ ταβάνι βλέπω τοὺς γύψους.
Μαίανδροι στὸ χορό τους μὲ τραβᾶνε.
Ἡ εὐτυχία μου, σκέπτομαι, θά ῾ναι
ζήτημα ὕψους.

Σύμβολα ζωῆς ὑπερτέρας,
ρόδα ἀναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκὲς ἀκάνθες ὁλόγυρα σ᾿ ἕνα
Ἀμάλθειο κέρας.

(Ταπεινὴ τέχνη χωρὶς ὕφος,
πόσο ἀργὰ δέχομαι τὸ δίδαγμά σου!)
Ὄνειρο ἀνάγλυφο, θά ῾ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οἱ ὀρίχοντες θὰ μ᾿ ἔχουν πνίξει.
Σ᾿ ὅλα τὰ κλίματα, σ᾿ ὅλα τὰ πλάτη,
ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι,
ἔρωτες, πλήξη.

Ἅ! πρέπει τώρα νὰ φορέσω
τ᾿ ὡραῖο ἐκεῖνο γύψινο στεφάνι.
Ἔτσι, μὲ πλαίσιο γύρω τὸ ταβάνι,
πολὺ θ᾿ ἀρέσω.


ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν τὸ κλειδὶ στὴν πόρτα, παίρνουν
τὰ παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ἥσυχα, κι ἔπειτα σέρνουν
γιὰ τελευταία φορὰ τὰ βήματά τους.

Ἦταν ἡ ζωή τους, λένε, τραγῳδία.
Θεέ μου, τὸ φρικτὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων,
τὰ δάκρυα, ὁ ἵδρως, ἡ νοσταλγία
τῶν οὐρανῶν, ἡ ἐρημιὰ τῶν τόπων.

Στέκονται στὸ παράθυρο, κοιτᾶνε
τὰ δέντρα, τὰ παιδιά, πέρα τὴ φύση,
τοὺς μαρμαράδες ποὺ σφυροκοπᾶνε,
τὸν ἥλιο ποὺ γιὰ πάντα θέλει δύσει.

Ὅλα τελείωσαν. Τὸ σημείωμα νά το,
σύντομο, ἁπλό, βαθύ, καθὼς ταιριάζει,
ἀδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
γιὰ κεῖνον ποὺ θὰ κλαίει καὶ θὰ διαβάζει.

Βλέπουν τὸν καθρέφτη, βλέπουν τὴν ὥρα,
ρωτοῦν ἂν εἶναι τρέλα τάχα ἢ λάθος,
«ὅλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πὼς θ᾿ ἀναβάλουν βέβαιοι κατὰ βάθος.


ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

Τότε λοιπὸν ἀδέσποτο θ᾿ ἀφήσω
νὰ βουίζει τὸ Τραγούδι ἀπάνωθέ μου.
Τὰ χάχανα τοῦ κόσμου, καὶ τοῦ ἀνέμου
τὸ σφύριγμα, θὰ τοῦ κρατοῦν τὸν ἴσο.

Θὰ ξαπλωθῶ, τὰ μάτια μου θὰ κλείσω,
καὶ ὁ ἴδιος θὰ γελῶ καθὼς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, τὸ φῶς χαιρέτισέ μου»
θὰ πῶ στὸν τελευταῖο ποὺ θ᾿ ἀντικρύσω.

Ὅταν ἀργὰ θὰ παίρνουμε τὸ δρόμο,
ἡ παρουσία μου κάπως θὰ βαραίνει
-- πρώτη φορὰ -- σὲ τέσσερων τὸν ὦμο.

Ὕστερα, καὶ τοῦ βίου μου τὴν προσπάθεια
ἀμείβοντας, τὸ φτυάρι θὰ μὲ ραίνει
ὡραῖα ὡραῖα μὲ χῶμα καὶ μὲ ἀγκάθια.


ΚΥΡΙΑΚΗ

Ὁ ἥλιος ψηλότερα θ᾿ ἀνέβει
σήμερα πού ῾ναι Κυριακή.
Φυσάει τὸ ἀγέρι καὶ σαλεύει
μιὰ θημωνιὰ στὸ λόφο ἐκεῖ.

Τὰ γιορτινὰ θὰ βάλουν, κι ὅλοι
θά ῾χουν ἀνάλαφρη καρδιά:
κοίτα στὸ δρόμο τὰ παιδιά,
κοίταξε τ᾿ ἄνθη στὸ περβόλι.

Τώρα καμπάνες ποὺ χτυπᾶνε
εἶναι ὁ θεὸς ἀληθινός.
Πέρα τὰ σύννεφα σκορπᾶνε
καὶ μεγαλώνει ὁ οὐρανός.

Ἄσε τὸν κόσμο στὴ χαρά του
κι ἔλα, ψυχή μου, νὰ σοῦ πῶ,
σὰν τραγουδάκι χαρωπό,
ἕνα τραγούδι τοῦ θανάτου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου