Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Δ. ΣΟΛΩΜΟΥ - ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ


ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ




1
Σέ γνωρίζω ἀπό τήν κόψη
Τοῦ σπαθιοῦ τήν τρομερή
Σέ γνωρίζω ἀπό τήν ὄψη
Ποῦ μέ βία μετράει τή γῆ.
2
Ἀπ’ τά κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἔλλήνων τά ἱερά,
Καί σάν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὤ χαῖρε, Ἐλευθερία!
3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
Πικραμένη, ἐντροπαλή,
Κι ἕνα στόμα καρτεροῦσες,
Ἔλα πάλι νά σοῦ πεῖ.
4
Ἄργειε, νάρθη ἐκείνη ἡ μέρα,
Καί ἦταν ὅλα σιωπηλά,
Γιατί τἂσκιαζε ἡ φοβέρα
Καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
5
∆υστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου ἔμενε νά λές
Περασμένα μεγαλεῖα
Καί διηγώντας τα νά κλαῖς.
6
Καί ἀκαρτέρει, καί ἀκαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ἕνα ἐκτύπαε τ’ ἄλλο χέρι
Ἀπό τήν ἀπελπισιά,
7
Κι ἔλεες: πότε, ἅ! βγάνω
"Τό κεφάλι ἀπό τς ἐρμιές;"
Καί ἀποκρίνοντο ἀπό πάνω
Κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
8
Τότε ἐσήκωνες τό βλέμμα
Μές στά κλάματα θολό,
Καί εἰς τό ροῦχο σου ἔσταζ’
αἷμα,
Πλῆθος αἷμα Ἑλληνικό.
9
Μέ τά ροῦχα αἱματωμένα
Ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφά
Νά γυρεύης εἰς τά ξένα
Ἄλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχή τό δρόμο ἐπῆρες,
Ἐξανάλθες μοναχή
∆έν εἰν’ εὔκολες οἱ θύρες,
Ἐάν ἡ χρεία τές κουρταλεῖ.
11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τά
στήθια,
Ἀλλ’ ἀνάσασιν καμμιά
Ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
Καί σέ γέλασε φρικτά.
12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στή συμφορά σου
Ὅπου ἐχαίροντο πολύ
Σῦρε ναβρεις τά παιδιά σου,
Σῦρε, ἔλεγαν οἱ σκληροί.
13
Φεύγει ὀπίσω τό ποδάρι
Καί ὁλογλήγορο πατεῖ
Ἤ τήν πέτρα ἤ τό χορτάρι
Ποῦ τή δόξα τοῦ ἐνθυμεῖ.
14
Ταπεινότατή σου γέρνει
Ἡ τρισάθλια κεφαλή,
Σάν πτωχοῦ πού θυροδέρνει
Κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
15
Ναὶ ἀλλά τώρα ἀντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου μέ ὁρμή,
Ποῦ ἀκατάπαυστα γυρεύει
Ἤ τή νίκη ἤ τή θανή.
16
Ἀπ’ τά κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά,
Καὶ σάν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὤ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
17
Μόλις εἶδε τήν ὁρμή σου
Ὁ οὐρανός, πού γιά τς ἐχθρούς
Εἰς τή γῆ τή μητρική σου
Ἔτρεφ’ ἄνθια καί καρπούς
18
Ἐγαλήνευσε καί ἐχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Καί τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
Πολεμόκραχτη ἡ φωνή

19
Ὅλοι οἱ τόποι σου σ’ ἔκραξαν
Χαιρετώντας σέ θερμά,
Καί τά στόματα ἐφωνάξαν
Ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
20
Ἐφωνάξανε ὡς τ’ ἀστέρια
Τοῦ Ἰονίου καί τά νησιά,
Καί ἐσηκώσανε τά χέρια
Γιά νά δείξουνε χαρά,
21
Μ’ ὅλον ποῦναι ἁλυσωμένο
Τό καθένα τεχνικά,
Καί εἰς τό μέτωπο γραμμένο
Ἔχει: Ψεύτρα Ἐλευθερία.
22
Γκαρδιακά χαροποιήθη
Καί τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,
Καί τά σίδερα ἐνθυμήθη
Ποῦ τήν ἔδεναν καί αὐτή.
23
Ἀπ’ τόν πύργο τοῦ φωνάζει,
Σά νά λέει σέ χαιρετῶ,
Καί τή χήτη τοῦ τινάζει
Τό Λεοντάρι τό Ἰσπανό.
24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
Τή θηρίο, καί σέρνει εὐθύς
Κατά τ’ ἄκρα της Ρουσίας
Τά μουγκρίσματα τς ὀργῆς.
25
Εἰς τό κίνημα τοῦ δείχνει,
Πῶς τά μέλη εἰν’ δυνατά
Καί στοῦ Αἰγαίου τό κύμα
ρίχνει...
Μιά σπιθόβολη ματιά.
26
Σέ ξανοίγει ἀπό τά νέφη
Καί τό μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
Ποῦ φτερά καί νύχια θρέφει
Μέ τά σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ

27
Καί σ’ ἐσέ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σέ μισεῖ,
Ἔκρωζ’ ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
Νά σέ βλάψει, ἄν ἠμπορεῖ.
28
Ἄλλο ἐσύ δέν συλλογιέσαι
Πάρεξ πού θά πρωτοπᾶς
∆έν μιλεῖς καί δέν κουνιέσαι
Στές βρισιές ὀποῦ ἀγρικᾶς.
29
Σάν τό βράχον ὀποῦ ἀφήνει
Κάθε ἀκάθαρτο νερό
Εἰς τά πόδια του νά χύνει
Εὐκολόσβηστον ἀφρό,
30
Ὀποῦ ἀφήνει ἀνεμοζάλη
Καί χαλάζι καί βροχή
Νά τοῦ δέρνουν τή μεγάλη,
Τήν αἰώνιαν κορυφή.
31
∆υστυχία του, ὤ δυστυχία του,
Ὁποιανού θέλει βρεθεῖ
Στά μαχαίρι σου ἀποκάτου
Καί σ’ ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.
32
Τό θηρίο π’ ἀνανογιέται,
Πῶς τοῦ λείπουν τά μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ
33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τά δάση,
Τά λαγκάδια, τά βουνά,
Καί ὅπου φθάσει, ὅπου
περάσει,
Φρίκη, θάνατος, ἐρμιά
34
Ἐρμιά, θάνατος καί φρίκη
Ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ
Ξίφος ἔξω ἀπό τή θήκη
Πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.
35
Ἰδού ἐμπρός σου ὁ τοῖχος
στέκει
Τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς
Τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
Νά τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.
36
Μεγαλόψυχο τό μάτι
∆είχνει, πάντα ὅπως νικεῖ,
Καί ἄς εἰν’ ἅρματα γεμάτη
Καί πολέμου χλαλοή.
37
Σοῦ προβαίνουνε καί τρίζουν
Γιά νά ἰδεῖς πώς εἴν’ πολλά
∆έν ἀκοῦς πού φοβερίζουν
"Ἄνδρες μύριοι καί παιδιά;"
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θά σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
Γιά νά κλαύσετε τά σώματα
Ποῦ θέ νάβρει ἡ συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, καί ἀνάφτει
Τοῦ πολέμου ἀναλαμπή
Τό τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
∆άμπει, κόφτει τό σπαθί.

40
"Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;"
"Λίγα τά αἵματα γιατί;"
Τόν ἐχθρό θωρά νά φύγει
Καί στό κάστρο ν’ ἀνεβεῖ.
41
Μέτρα ....εἴν’ ἄπειροι οἱ
φευγάτοι,
Ὀποῦ φεύγοντας δειλιοῦν
Τά λαβώματα στήν πλάτη
∆έχοντ’, ὥστε ν’ ἀνεβοῦν.
42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
Τήν ἀφεύγατη φθορά
Νά, σᾶς φθάνει ἀποκριθῆτε
Στῆς νυκτός τή σκοτεινιά.
4
43
Ἀποκρίνονται, καί ἡ μάχη
Ἔτσι ἀρχίζει, ὀποῦ μακριά
Ἀπό ράχη ἐκεῖ σέ ράχη
Ἀντιβούιζε φοβερά.
44
Ἀκούω κούφια τά τουφέκια,
Ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
Ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
Ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
45
Ἅ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
"Ποῦ τήν τρέμει ὁ λογισμός;"
Ἄλλος ὕπνος δέν ἐγίνει
Πάρεξ θανάτου πικρός.
46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
Οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
Ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
Τοῦ πολέμου, καί οἱ καπνοί,
47
Καί οἱ βροντές, καί τό
σκοτάδι,
Ὀποῦ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
Ἐπαράσταιναν τόν Ἅδη
Ποῦ καρτέρειε τά σκυλιά
48
Τ’ ἀκαρτέρειε. -Ἐφαῖνοντ’
ἴσκιοι
Ἀναρίθμητοι γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ἀκόμη εἰς τό βυζί.
49
Ὅλη ἡ μαύρη μυρμηγιάζει,
Μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
Σάν τό ροῦχο ὀποῦ σκεπάζει
Τά κρεβάτια τά στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
Ἐπετιοῦντο ἀπό τή γῆ,
Ὅσοι εἴν’ ἄδικα σφαγμένοι
Ἀπό τούρκικην ὀργή.
51
Τόσα πέφτουνε τά θερισμένα
ἀστάχυα εἰς τούς ἀργροὺς,
Σχεδόν ὅλα ἐκειά τά μέρη
Ἐσκαπάζοντο ἀπ’ αὐτούς.
52
θαμποφέγγει κανεν’ ἄστρο,
Καί ἀναδεύοντο μαζί,
Ἀναβαίνοντας τό κάστρο
Μέ νεκρώσιμη σιωπή.
53
Ἔτσι χάμου εἰς τήν πεδιάδα,
Μές τό δάσος τό πυκνό,
Ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό.
54
Ἐάν οἱ ἄνεμοι μές στ’ ἄδεια
Τά κλαδιά μουγκοφυσοῦν,
Σειοῦνται, σειοῦνται τά
μαυράδια,
Ὀποῦ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
55
Μέ τά μάτια τούς γυρεύουν
Ὅπου εἴν’ αἵματα πηχτά,
Καί μές στ’ αἵματα χορεύουν
Μέ βρυχίσματα βραχνά,
56
Καί χορεύοντας μανίζουν
Εἰς τούς Ἕλληνας κοντά,
Καί τά στήθια τούς ἐγγίζουν
Μέ τά χέρια τά ψυχρά.
57
Ἐκειό τό ἔγγισμα πηγαίνει
Βαθιά μές στά σωθικά,
Ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
Καί ἄκρα αἰσθάνονται
ἀσπλαχνιά.
58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
Ὁ χορός τρομακτικά,
Σάν τό σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
Στοῦ πελάου τή μοναξιά.
59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου
Κάθε κτύπημα πού ἐβγή
Εἶναι κτύπημα θανάτου,
Χωρίς νά δευτερωθεῖ.
60
Κάθε χῶμα ἱδρώνει, ρέει
Λές καί ἐκεῖθεν ἡ ψυχή
Ἀπ’ τό μίσος πού τήν καίει
Πολεμάει νά πεταχθεῖ. 61
Τῆς καρδιᾶς κτυπίες
βροντᾶνε
Μές στά στήθια τούς ἀργά,
Καί τά χέρια ὀποῦ χουμᾶνε
Περισσότερο εἴν’ γοργά.

62
Οὐρανός γι’ αὐτούς δέν εἶναι,
Οὐδέ πέλαγο, οὐδέ γῆ
Γι’ αὐτούς ὅλους τό πᾶν εἶναι
Μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
63
Τόση ἡ μάνητα καί ἡ ζάλη,
Ποῦ στοχάζεσαι, μή πώς
Ἀπό μία μεριά καί ἀπ’ ἄλλη
∆έν μείνει ἕνας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
Πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές.
65
Καί παλάσκες καί σπαθία
Μέ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
Καί μέ ὁλόσχιστα κρανία
Σωθικά λαχταριστά.
66
Προσοχή καμμία δέν κάνει
Κανείς, ὄχι, εἰς τή σφαγή
Πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
"Φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;"
67
Ποίος ἀφήνει ἐκεῖ τόν τόπο,
"Πάρεξ ὅταν ξαπλωθεῖ;"
∆έν αἰσθάνονται τόν κόπο
Καί λές καί εἶναι εἰς τήν
ἀρχή.
68
Ὀλιγόστευσαν οἱ σκύλοι
Καί Ἀλλά ἐφωνάζαν, Ἀλλά,
Καί τῶν Χριστιανῶν τά χείλη
Φωτιά ἐφωνάζαν, φωτιά.
69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
Πάντα ἐφωνάζαν φωτιά,
Καί οἱ μιαροί
κατασκορπιοῦντο,
Πάντα σκούζοντας Ἀλλά.
70
Παντοῦ φόβος καί τρομάρα
Καί φωνές καί στεναγμοί
Παντοῦ κλάψα, παντοῦ
ἀντάρα,
Καί παντοῦ ξεψυχισμοί
71
Ἦταν τόσοι! πλέον τό βόλι
Εἰς τ’ αὐτιά δέν τούς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκεῖτοντ’ ὅλοι
Εἰς τήν τέταρτην αὐγή.
72
Σάν ποτάμι τό αἷμα ἐγίνη
Καί κυλάει στή λαγκαδιά,
Καί τό ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντίς γιά τή δροσιά.
73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
∆έν φυσᾶς τώρα ἐσύ πλιο
Στῶν ψευδόπιστων τό ἀστέρι.
Φύσα, φύσα εἰς τό Σταυρό.
74
Ἀπ’ τά κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά,
Καί σάν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὤ χαῖρε, Ἐλευθερία!
75
Τῆς Κορίνθου ἰδού καί οἱ
κάμποι
∆έν λάμπ’ ἥλιος μοναχά
Εἰς τούς πλάτανους, δέν
λάμπει
Εἰς τ’ ἀμπέλια, εἰς τά νερά
76
Εἰς τόν ἥσυχον αἰθέρα
Τώρα ἀθώα δέν ἀντηχεῖ
Τά λαλήματα ἡ φλογέρα,
Τά βελάσματα τό ἀρνί
77
Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
Σάν τό κύμα στό γιαλό
Ἀλλ’ οἱ ἀνδρεῖοι
παλληκαράδες
∆έν ψηφοῦν τόν ἀριθμό.
78
Ὤ τριακόσιοι! σηκωθεῖτε
Καί ξανάλθετε σ’ ἐμᾶς
Τά παιδιά σας θέλ’ ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μέ σας.
79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τό φοβοῦνται,
Καί μέ πάτημα τυφλό
Εἰς τήν Κόρινθο
ἀποκλειοῦνται
Κι ὅλοι χάνουνται ἀπ’ ἐδῶ.
80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ
ὀλέθρου
Πεῖναν καί θανατικό
Ποῦ μέ σχῆμα ἐνός σκέλεθρου
Περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό
81
Καί πεσμένα εἰς τά χορτάρια
Ἀπεθαίνανε παντοῦ
Τά θλιμμένα ἀπομεινάρια
Τῆς φυγῆς καί τοῦ χαμοῦ.
82
Καί ἐσύ ἀθάνατη, ἐσύ θεία,
Ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
Εἰς τόν κάμπο, Ἐλευθερία,
Ματωμένα περπατεῖς.
83
Στή σκιά χειροπιασμένες,
Στή σκιά βλέπω κι ἐγώ
Κρινοδάκτυλες παρθένες
Ὀποῦ κάνουνε χορό.
84
Στό χορό γλυκογυρίζουν
Ὡραία μάτια ἐρωτικά,
Καί εἰς τήν αὔρα κυματίζουν
Μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
85
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
Πῶς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
Γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
Γάλα ἀνδρείας καί
ἐλευθερίας.
86
Μές στά χόρτα, τά λουλούδια,
Τό ποτήρι δέν βαστῶ
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σάν τόν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
87
Ἀπ’ τά κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά,
Καί σάν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὤ χαῖρε, Ἐλευθερία!
88
Πῆγες εἰς στό Μεσολόγγι
Τήν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
Μέρα πού ἀνθίσαν οἱ λόγγοι
Γιά τό τέκνο τοῦ θεοῦ.
89
Σοῦλθε ἐμπρός
λαμποκοπώντας
Ἡ θρησκεία μ’ ἕνα σταυρό,
Καί τό δάκτυλο κινώντας
Ὀποῦ αἰνεῖ τόν οὐρανό,
90
Σ’ αὐτό, ἐφώναξε, τό χῶμα
Στάσου ὁλόρθη Ἐλευθεριά.
Καί φιλώντας σου τό στόμα
Μπαίνει μές στήν ἐκκλησιά.
6
91
Εἰς τήν Τράπεζα σιμώνει,
Καί τό σύγνεφο τό ἀχνό
Γύρω γύρω τῆς πυκνώνει
Ποῦ σκορπάει τό θυμιατό.
92
Ἀγρικάει τήν ψαλμωδία
Ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτή
Βλέπει τή φωτογραφία
Στούς Ἁγίους ἐμπρός χυτή.
93
Ποιοί εἴν’ αὐτοί πού
πλησιάζουν
Μέ πολλή ποδοβολή,
"Κι ἄρματ’, ἅρματα ταράζουν;"
Ἐπετάχτηκες ἐσύ.
94
Ἅ! τό φῶς πού σέ στολίζει,
Σάν ἡλίου φεγγοβολῆ,
Καί μακρόθεν σπινθηρίζει,
∆έν εἶναι, ὄχι, ἀπό τή γῆ
95
Ἀάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
Χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός
Φῶς τό χέρι, φῶς τό πόδι,
Κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
96
Τό σπαθί σου ἀνασηκώνεις,
Τρία πατήματα πατᾶς,
Σάν τόν πύργο μεγαλώνεις,
Καί εἰς τό τέταρτο κτυπᾶς
97
Μέ φωνή πού κατεπείθει
Προχωρώντας ὁμιλεῖς
"""Σήμερ’ ἄπιστοι, ἐγεννήθη,"
Ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.
98
"Αὐτός λέγει.. .Ἀφοκρασθῆτε."
Ἐγώ εἴμ’ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ
Πέστε, πού θ’ ἀποκρυφθῆτε
"Ἐσεῖς ὅλοι, ἄν ὀργισθῶ;"

99
"Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,"
Ποῦ μ’ αὐτήν ἄν συγκριθεῖ
Κείνη ἡ κάτω ὀποῦ σας ἔχω
Σάν δροσιά θέλει βρεθεῖ.
100
"Κατατρώγει, ὡσάν τή σχίζα,"
Τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
Χῶρες, ὅρη, ἀπό τή ρίζα,
Ζῶα καί δένδρα καί θνητούς,
101
"Καί τό πᾶν τό κατακαίει,"
Καί δέν σώζεται πνοή,
Πάρεξ τό ἀνέμου πού πνέει
"Μές στή στάχτη τή λεπτή"".
102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
"Τοῦ θυμοῦ τοῦ εἶσαι ἀδελφή;"
Ποίος εἴν’ ἄξιος νά νικήσει,
"Ἤ μέ σέ νά μετρηθεῖ;"
103
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τήν τόση
Τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει
Τή μισόχριστη σπορά.
104
Τήν αἰσθάνονται, καί ἀφρίζουν
Τά νερά, καί τ’ ἀγρικῶ
∆υνατά νά μουρμουρίζουν
Σάν νά ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, πού πᾶτε
Τοῦ Ἀχελώου μές στή ροή,
Καί πιδέξια πολεμᾶτε
Ἀπό τήν καταδρομή

106
Νά ἀποφύγετε! τό κύμα
Ἔγινε ὅλο φουσκωτό
Ἐκεῖ εὐρήκατε τό μνῆμα,
Πρίν νά εὐρῆτε ἀφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει,
μουγκρίζει
Κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
Καί τό ρεύματα γαργαρίζει
Τές βλασφημίες τοῦ θυμοῦ.
108
Σφαλερά τετραποδίζουν
Πλῆθος ἄλογα, καί ὀρθά
Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
Καί πατοῦν εἰς τά κορμιά.
109
Ποίος στό σύντροφον ἁπλώνει
Χέρι, ὡσάν νά βοηθεῖ
Ποίος τή σάρκα τοῦ δαγκώνει,
Ὅσο ὀποῦ νά νεκρωθεῖ
110
Κεφαλές ἀπελπισμένες,
Μέ τά μάτια πεταχτά,
Κατά τ’ ἄστρα σηκωμένες
Γιά τήν ὕστερη φορᾶ.
111
Σβήεται - αὐξαίνοντας ἡ
πρώτη
Τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή -
Τό χλιμίτρισμα, καί οἱ κρότοι,
Καί τοῦ ἀνθρώπου οἱ
γογγυσμοί.
112
Ἔτσι ν’ ἄκουα νά βουίξει
Τόν βαθύν Ὠκεανό,
Καί στό κύμα του νά πνίξει
Κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό
113
Καί ἐκεῖ ποῦναι ἡ Ἁγία Σοφία,
Μές στούς λόφους τούς ἑπτά,
Ὅλα τ’ ἄψυχα κορμιά,
Βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
Σωριασμένα νά τά σπρώξει
Ἡ κατάρα τοῦ θεοῦ,
Κι ἀπ’ ἐκεῖ νά τά μαζώξει
Ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.
115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἅς γένει,
Καί ἡ θρησκεία καί ἡ
Ἐλευθερία
Μ’ ἀργοπάτημα ἅς πηγαίνει
Μεταξύ τους, καί ἄς μετρᾶ.
116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
Τεντωτό, πιστομητό,
Κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
Καί δέν φαίνεται καί πλιο.
117
Καί χειρότερα ἀγριεύει
Καί φουσκώνει ὁ ποταμός
Πάντα πάντα περισσεύει
Πολυφλοίσβισμα καί ἀφρός.
118
Ἅ! γιατί δέν ἔχω τώρα
"Τή φωνή τοῦ Μωυσῆ;"
Μεγαλόφωνα, τήν ὥρα
Ὀποῦ ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
119
Τόν θεό εὐχαριστοῦσε
Στοῦ πελάου τή λύσσα
ἐμπρός,
Καί τά λόγια ἠχολογοῦσε
Ἀναρίθμητος λαός

120
Ἀκλουθάει τήν ἁρμονία
Ἡ ἀδελφή του Ἀαρῶν,
Ἡ προφήτισσα Μαρία,
Μ’ ἕνα τύμπανο τερπνόν.
121
Καί πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
Μέ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
Τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
Μέ τά τύμπανα κι ἐκειές.
122
Σέ γνωρίζω ἀπό τήν κόψη
Τοῦ σπαθιοῦ τήν τρομερή
Σέ γνωρίζω ἀπό τήν ὄψη
Ποῦ μέ βία μετράει τή γῆ.
123
Εἰς αὐτήν, εἴν’ ξακουσμένο,
∆έν νικιέσαι ἐσύ ποτέ
Ὅμως, ὄχι, δέν εἴν’ ξένο
Καί τό πέλαγο γιά σέ.
124
Τό στοιχεῖον αὐτό ξαπλώνει
Κύματ’ ἄπειρα εἰς τή γῆ,
μέ τά ὁποία τήν περιζώνει,
Κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
125
Μέ βρυχίσματα σαλεύει
Ποῦ τρομάζει ἡ ἀκοή
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
Καί λιμιώνα ἀναζητεῖ
126
Φαίνετ’ ἔπειτα ἡ γαλήνη
Καί τό λάμψιμο τοῦ ἥλιου,
Καί τά χρώματα ἀναδίνει
Τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
127
∆έν νικιέσαι, εἴν’ ξακουσμένο,
Στήν ξηράν ἐσύ ποτέ
Ὅμως, ὄχι, δέν εἴν’ ξένο
Καί τό πέλαγο γιά σέ.
128
Περνοῦν ἄπειρα τά ξάρτια,
Καί σάν λόγγος στριμωχτά
Τά τρεχούμενα κατάρτια,
Τά ὁλοφούσκωτα πανιά.
129
Σύ τές δύναμές σου σπρώχνεις,
Καί ἀγκαλά δέν εἴν’ πολλές,
Πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
Ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
130
Μέ ἐπιθυμία νά τηράζεις
∆υό μεγάλα σέ θωρῶ,
Καί θανάσιμον τινάζεις
Ἐναντίον τούς κεραυνό.

131
Πιάνει, αὐξάνει, κοκκινίζει,
Καί σηκώνει μία βροντή,
Καί τό πέλαο χρωματίζει
Μέ αἱματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ’ ὅλοι οἱ πολέμαρχοι
Καί δέν μνέσκει ἕνα κορμί
Χάρου, σκιά τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ’ ἐπέταξαν ἐκεῖ.
133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
Μέ τς ἐχθρούς τους τή Λαμπρή,
Καί τούς ἔτρεμαν τά χείλη
∆ίνοντάς τα εἰς τό φιλί.
134
Κειές τές δάφνες πού ἐσκορπίστε
Τώρα πλέον δέν τές πατεῖ,
Καί τό χέρι ὀποῦ ἐφιλῆστε
Πλέον, ἅ! πλέον δέν εὐλογεῖ.
135
Ὅλοι κλαῦστε ἀποθαμένος
Ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησιᾶς
Κλαῦστε, κλαῦστε
κρεμασμένος
Ὡσάν νάτανε φονιάς.
136
Ἔχει ὀλάνοικτο τό στόμα
 ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
Τ’ Ἅγιον Αἷμα, τ’ Ἅγιον Σῶμα
Λές πώς θέ νά ξαναβγεῖ
137
Ἡ κατάρα πού εἶχε ἀφήσει
Λίγο πρίν νά ἀδικηθεῖ,
Εἰς ὁποῖον δέν πολεμήσει
Καί ἠμπορεῖ νά πολεμεῖ.
138
Τήν ἀκούω, βροντάει, δέν
παύει
Εἰς τό πέλαγο, εἰς τή γῆ,
Καί μουγκρίζοντας ἀνάβει
Τήν αἰώνιαν ἀστραπή.

139
Ἡ Καρδιά συχνοσπαράζει...
"Πλήν τί βλέπω; σοβαρά"
Νά σωπάσω μέ προστάζει
Μέ τό δάκτυλο ἡ θεά.
140
Κοιτάει γύρω εἰς τήν Εὐρώπη
Τρεῖς φορές μ’ ἀνησυχία
Προσηλώνεται κατόπι
Στήν Ἑλλάδα, καί ἀρχινᾶ:
141
"Παλληκάρια μου! οἱ πόλεμοι"
Γιά σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
Καί τό γόνα σας δέν τρέμει
Στούς κινδύνους ἐμπροστά.
142
""Ἀπ’ ἐσᾶς ἀπομακραίνει"
Κάθε δύναμη ἐχθρική
Ἀλλά ἀνίκητη μία μένει
Ποῦ τές δάφνες σας μαδεῖ
143
"Μία, πού ὅταν ὡσάν λύκοι"
Ξαναρχόστενε ζεστοί,
Κουρασμένοι ἀπό τή νίκη,
Ἄχ! τόν νοῦν σας τυραννεῖ.
144
"Ἡ ∆ιχόνοια πού βαστάει"
Ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Παρ’ τό λέγοντας, καί σύ.
145
"Κειό τό σκῆπτρο πού σᾶς δείχνει"
Ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά
Μήν τό πιάστε, γιατί ρίχνει
Εἰσέ δάκρυα θλιβερά.
146
"Ἀπό στόμα ὀποῦ φθονάει,"
Παλληκάρια, ἅς μήν ‘πωθή,
Πῶς τό χέρι σας κτυπάει
Τοῦ ἀδελφοῦ τήν κεφαλή.
147
"Μήν εἰποῦν στό στοχασμό τους"
Τά ξένη ἔθνη ἀληθινά
Ἐάν μισοῦνται ἀνάμεσά τους,
∆έν τούς πρέπει ἐλευθερία.
148
"Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα"
Ὅλο τό αἷμα ὀποῦ χυθεῖ
Γιά θρησκεία καί γιά πατρίδα
Ὅμοιαν ἔχει τήν τιμή.
149
"Στό αἷμα αὐτό, πού δέν
πονεῖτε"
Γιά πατρίδα, γιά θρησκεία,
Σᾶς ὁρκίζω ἀγκαλιασθῆτε
Σάν ἀδέλφια γκαρδιακά.
150
"Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,"
Πόσο ἀκόμη νά παρθεῖ
Πάντα ἡ νίκη, ἄν ἑνωθῆτε,
Πάντα ἐσᾶς θ’ ἀκολουθεῖ.
151
"Ὤ ἀκουσμένοι εἰς τήν
ἀνδρεία!."
Καταστῆστε ἕνα σταυρό,
Καί φωνάξτε μέ μία :
Βασιλεῖς, κοιτάξτ’ ἐδῶ.
152
"Τό σημεῖον πού προσκυνᾶτε"
Εἶναι τοῦτο, καί γι’αὐτό
Ματωμένους μας κοιτᾶτε
Στόν ἀγώνα τό σκληρό.
153
"Ἀκατάπαυστα τό βρίζουν"
Τά σκυλιά καί τό πατοῦν
Καί τά τέκνα τοῦ ἀφανίζουν
Καί τήν πίστη ἀναγελοῦν.
154
"Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχύθη"
Αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
Ποῦ φωνάζει ἀπό τά βάθη
Τῆς νυκτός : Νά ‘κδικηθώ.
155
"∆έν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες"
"Τοῦ θεοῦ, τέτοια φωνή;"
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
Καί δέν ἔπαυσε στιγμή.
156
"∆έν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος"
Σάν τοῦ Ἀβελ καταβοᾶ
∆έν εἴν’ φύσημα τοῦ ἀέρος
Ποῦ σφυρίζει εἰς τά μαλλιά.
157
"Τί θά κάμετε; θ’ ἀφῆστε"
Νά ἀποκτήσιομεν ἐμεῖς
Λευθερίαν, ἤ θά τήν λύστε
"Ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;"
158
"Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,"
Ἰδού, ἐμπρός σας τόν Σταυρό
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,
"Καί κτυπήσετε κι ἐδῶ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου