Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

6-11 Δεκεμβρίου 1944, στό Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη

6-11 Δεκεμβρίου 1944, στό Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΣ

Την ημέρα της 5ης Δεκεμβρίου οι άνδρες του Συντάγματος άκουγαν τους θορύβους των μαχών που είχαν ξεσπάσει στα διάφορα αστυνομικά τμήματα των Αθηνών. Στην περιοχή τους επικρατούσε ηρεμία αλλά μόλις σουρούπωσε εμφανίσθηκαν ύποπτοι τύποι οι οποίοι παρατηρούσαν τους στρατώνες. Επρόκειτο για τους ανιχνευτές μιας τεράστιας δύναμης ΕΛΑΣιτών η οποία αποτελείτο από δυο συντάγματα του ΕΛΑΣ με βαρύ οπλισμό καθώς και από εφεδρικά τμήματα που είχαν οργανωθεί στις συνοικίες Παγκρατίου, Βύρωνος, Καισαριανής, Γούβας, Καλλιθέας, Νέου Κόσμου, Πετραλώνων, Κατσιποδίου, Δουργουτίου κλπ. Την νύκτα οι δυνάμεις αυτές προωθήθηκαν σε θέσεις γύρω από το Σύνταγμα. Τα παρατηρητήρια της Χωροφυλακής άκουγαν όλο το βράδυ θορύβους από κινήσεις τροχοφόρων και βαδίσματος μεγάλων ομάδων πεζοπόρων τμημάτων.
Ήταν πια φανερό ότι πλησίαζε η ώρα της επίθεσης. Ο διοικητής συνταγματάρχης Σαμουήλ, κάλεσε τους αξιωματικούς και τους απηύθυνε, με φωνή που παλλόταν από συγκίνηση, τα πιο κάτω απλά, αλλά συγκλονιστικά για την απλότητα της έκφρασης τους λόγια:

Παιδιά μου, σήμερα ή αύριο θα αντιμετωπίσουμε πολυάριθμο, επικίνδυνο και καλά εξοπλισμένο εχθρό, φανατικό στην εγκληματική του ιδεολογία. Πρέπει να αγωνιστούμε όλοι μας με την ίδια αποφασιστικότητα και την ίδια πίστη που επέδειξε το σώμα της Χωροφυλακής από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα Πιθανόν να υποχρεωθούμε να αμυνθούμε μέχρις εσχάτων, και πιθανόν να χρησιμοποιήσωμεν και την λόγχη, ακόμα και να έλθωμεν σώμα με σώμα με τους κομμουνιστές. Η θυσία για την πατρίδα πρέπει να μας εμπνέει και το υπέρτατο χρέος προς την τιμή των όπλων μας, πρέπει να μας οιστρηλατεί. Καμιά ανθρώπινη δύναμη στον κόσμο δεν είναι δυνατόν να μας λυγίσει και να μας υποτάξει, όταν έχουμε μπροστά μας το παράδειγμα των Σουλιωτών και των πολιορκημένων του Μεσολογγίου, που αναγκάστηκαν να τρέφονται και με φύλλα δένδρων ακόμα για να μην παραδοθούν. Η Ελληνική ιστορία είναι γεμάτη από δάκρυα και αίμα, ηρωισμούς και θυσίες. Γι’ αυτό συνεχίζει τον ένδοξο δρόμο της η αθάνατη αυτή φυλή που λάτρεψε την ανδρεία και θεοποίησε την παλικαριά. Δεν θα λογαριάσουμε τον αριθμό των αντιπάλων μας. Τον Οκτώβριο του 1940 το ίδιο πράξαμε. Η ανδρειωμένη ψυχή της φυλής μας δεν λογάριασε τα εκατομμύρια των λογχών του εχθρού, γιατί η παλικαριά δεν μετριέται με τον πήχη, ούτε ζυγίζεται. Δημιουργεί, εξυψώνει και επιτυγχάνει θαύματα. Ο εχθρός δεν πρέπει να καταλάβει το οχυρό μας.


«ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ»

Αυτό είναι το σύνθημα μας, αυτές οι λέξεις πρέπει να σας εμπνέουν και να σας καθοδηγούν.

«ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ»

Φώναξαν αμέσως οι Χωροφύλακες.
-----------


6η Δεκεμβρίου

Στις 05:00 της 6ης Δεκεμβρίου, ο διοικητής εξωτερικής αμύνης, Ταγματάρχης Συμινελάκης επιθεώρησε όλα τα εξωτερικά φυλάκια. Λίγο αργότερα, στις 05:45, επιστρέφοντας, καθώς περνούσε την νότια πύλη ακούσθηκαν 6 πυροβολισμοί από περίστροφο από κάποιο σπίτι σε παρακείμενη οδό. Αμέσως αντήχησαν οι καμπάνες των εκκλησιών στις γύρω συνοικίες, σαλπίσματα και αλαλαγμοί καθώς οι πυροβολισμοί αυτοί ήταν το σύνθημα για την πρώτη γενική επίθεση των ΕΛΑΣιτών
Μετά την παρέλευση λίγων δευτερολέπτων ένας καταιγισμός από πυρά αυτόματων όπλων και τυφεκίων, εκρήξεων χειροβομβίδων, ομαδικών βολών όλμων και πυροβόλων κτύπησε τους στρατώνες της Χωροφυλακής. 
Το προπαρασκευαστικό αυτό πυρ διήρκεσε επί μιάμιση ώρα αποσκοπώντας στην δημιουργία απωλειών ανάμεσα στους υπερασπιστές του Μακρυγιάννη αλλά και στον κλονισμό τους ώστε να προβάλλουν ασθενική αντίσταση. Ιδιαίτερα καταστρεπτικά ήταν τα πυρά από τα ορειβατικά πυροβόλα των κομμουνιστών που ήταν ταγμένα στους λόφους Αρδήττου και Φιλοπάππου και που εχειρίζοντο έμπειροι Γερμανοί και Ιταλοί λιποτάκτες.





 Η ΕΠΙΘΕΣΙΣ ΣΤΑ ΦΥΛΑΚΙΑ

Το επιτελείο των ΕΛΑΣιτών, ευθύς εξ’ αρχής είχε αντιληφθεί ότι για να καταστεί δυνατή η επίθεση στο Σύνταγμα έπρεπε να εξαλειφθούν τα εξωτερικά φυλάκια καθώς αυτά κάλυπταν όλες τις προσβάσεις προς τους στρατώνες με αποτέλεσμα να απαγορεύουν την προσέγγιση σε αυτούς και να προκαλούν βαρείες απώλειες στους επιτιθεμένους. Στις 07:00, λόχοι του ΕΛΑΣ πλαισιούμενοι από μάζες ενόπλων πολιτών, ανδρών και γυναικών, των εφεδρικών μονάδων του ΕΛΑΣ, εξόρμησαν με αλαλαγμούς κατά των οικιών που περίστοίχιζαν τους στρατώνες και τα φυλάκια. Οι τακτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ στράφηκαν κυρίως κατά των φυλακίων ενώ οι εφεδρικές παρενοχλούσαν το Σύνταγμα εκτοξεύοντας αυτοσχέδιες εμπρηστικές βόμβες, δέσμες δυναμιτών και χειροβομβίδες από τις ταράτσες και τα παράθυρα των κοντινών πολυκατοικιών. Αρκετές ομάδες άνοιξαν οπές στους τοίχους των οικιών προσπαθώντας να φθάσουν στα φυλάκια μέσα από τα συγκεκαλυμμένα αυτά δρομολόγια.

 7ον Φυλάκιον
Σύντομα κύριο στόχο των ΕΛΑΣιτών απετέλεσε το 7ο Φυλάκιο καθώς απαγόρευε την προώθηση τους από τις οδού Βεΐκου, Φαλήρου και Δημητροπούλου, οι οποίες αποτελούσαν τις κύριες οδούς προσέγγισης των ανταρτών προς το στρατόπεδο από τον Νότο. Οι 22 άνδρες του φυλακίου είχαν κατανεμηθεί σε διάφορους ορόφους ώστε να υπερασπίσουν την τετραώροφη πολυκατοικία. Στην ταράτσα ευρίσκετο ο διοικητής του φυλακίου Μοίραρχος Παπακώστας και 9 χωροφύλακες, στον τρίτο όροφο 5 χωροφύλακες, δυο στην πλευρά της ταράτσας προς την οδό Χατζηχρήστου, δύο στην πλευρά της ταράτσας προς την οδό Μακρυγιάννη ενώ στον πρώτο όροφο δυο χωροφύλακες και ένας ένοικος της πολυκατοικίας, ο Ταγματάρχης Πεζικού Θ. Ντούνης.
Η επίθεση των ΕΛΑΣιτών με κάθε είδους πυρά ήταν σφοδρότατη. Η ταράτσα εθερίζετο από διασταυρούμενα πυρά και γρήγορα δυο χωροφύλακες τραυματίσθηκαν. Τουλάχιστον 400 ΕΛΑΣίτες είχαν αφοσιωθεί στην εκπόρθηση του φυλακίου το οποίο τους προκαλούσε βαρείες απώλειες. Γύρω στις 10.00 τα πυρομαχικά των χωροφυλάκων είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Το αίτημα των υπερασπιστών για αποστολή πυρομαχικών και έξοδο του άρματος δεν ικανοποιήθηκε καθώς το δεύτερο είχε υποστεί βλάβη ενώ οι δρόμοι ήταν πεδία θανάτου από τις χιλιάδες βολίδες και τα θραύσματα των εκρήξεων από όλμους που τους όργωναν.
Μετά από λίγο ο Μοίραρχος Παπακώστας και ο Ταγματάρχης Ντούνης τραυματίσθηκαν ενώ ο χωροφύλακας Γρυπαίος καταπλακώθηκε από ερείπια, κατόπιν μιας εύστοχης βολής όλμου. Με την ταράτσα σε κατάσταση κατάρρευσης οι χωροφύλακες υπό τον Παπακώστα και οι χωροφύλακες του τρίτου ορόφου αποσύρθηκαν στον δεύτερο όροφο. Μια πρόταση για απελπισμένη έξοδο προς τους στρατώνες απερρίφθη ως αυτοκτονία ενώ μια προσπάθεια να κληθούν ενισχύσεις μέσω της αποστολής του χωροφύλακα Βισβίκη απέτυχε.
Στις 12:00 μια ομάδα ΕΛΑΣιτών κατόρθωσε να ανατινάξει την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας με δυναμίτη ενώ μια άλλη με τον ίδιο τρόπο εισήλθε στο υπόγειο. Αμέσως μεγάλος αριθμός ΕΛΑΣιτών άρχισε να κατακλύζει την πολυκατοικία και να ανεβαίνει τις σκάλες προς τον δεύτερο όροφο. Στην σκάλα του δευτέρου ορόφου εδόθη μάχη σώμα με σώμα μεταξύ των χωροφυλάκων και των ΕΛΑΣιτών αρκετοί από τους οποίους έπεσαν μαχαιρωμένοι καθώς μόνο οι ξιφολόγχες είχαν απομείνει στους περισσότερους υπερασπιστές ως χρήσιμο όπλο. Τελικά ΕΛΑΣίτες, οι οποίοι ανέβηκαν από την σιδερένια σκάλα υπηρεσίας στον δεύτερο όροφο, επιτέθηκαν εκ των όπισθεν στους υπερασπιστές, οι οποίοι κατάκοποι, τραυματισμένοι και ουσιαστικά άοπλοι συνελήφθησαν ζωντανοί, εκτός τριών που κατόρθωσαν και διέφυγαν.
Οι αιχμάλωτοι ξεγυμνώθηκαν και περιφέρθηκαν στις παρακείμενες οδούς υφιστάμενοι κτυπήματα από κοντάκια όπλων και ρόπαλα, χαστουκιά, κλωτσιές και μαχαιριές από έναν αφηνιασμένο όχλο. Ολόκληρη την νύκτα της 6ης προς 7ης Δεκεμβρίου βασανίσθηκαν και τελικά οδηγήθηκαν σε μακρινές χαράδρες όπου τους έβγαλαν τα μάτια, τους έκοψαν τα αυτιά, τις μύτες και τις γλώσσες. Σε αυτή την κατάσταση τους εκτέλεσαν.
----------

 
5ον και 6ον Φυλάκιον
Μετά το 7ο σειρά είχαν το 5ο και το 6ο Φυλάκια τα οποία κάλυπταν επίσης τις νότιες προσβάσεις των στρατώνων. ΕΛΑΣίτες και όχλος κατόρθωσαν το μεσημέρι να εισέλθουν σε οικίες στην απέναντι πλευρά της οδού Χατζηχρήστου, έναντι των φυλακίων και άρχισαν να εκτοξεύουν χειροβομβίδες στις ταράτσες τους καθώς αυτές στις οποίες ευρίσκοντο ήταν υψηλότερες. Ταυτόχρονα ένας καταιγισμός πυρών σάρωσε τα παράθυρα των κτιρίων από πολύ μικρή απόσταση. Σύντομα σκοτώθηκαν ο Ανθυπομοίραρχος Ψαρρός, ο Ανθυπασπιστής Παπασπυρόπουλος και 5 χωροφύλακες ενώ οι υπόλοιποι τραυματίσθηκαν. Ο Μοίραρχος Κοντάκος, διοικητής του φυλακίου, μετέφερε τον ετοιμοθάνατο Ενωμοτάρχη Παπαδάκη σε έναν αντικρινό φούρνο όπου τον άφησε σε δύο Άγγλους στρατιώτες να τον φροντίσουν. Τελικά, όταν συνελήφθησαν και οι τρεις από τους ΕΛΑΣίτες, ο Παπαδάκης εκτελέσθηκε. Οι υπόλοιποι τραυματίες των δυο φυλακίων αποφάσισαν να κάνουν μια απελπισμένη έξοδο η οποία τελικά επέτυχε και οι χωροφύλακες έφθασαν ασφαλείς στον περίβολο του Συντάγματος. 
-------

4ον Φυλάκιον
Το 4ο Φυλάκιο επί της οδού Μητσαίων, έπεσε σχεδόν ταυτόχρονα με τα δύο προηγούμενα. Ένας ΕΛΑΣίτης, που παραμόνευε στην απέναντι οικία κατόρθωσε να διεισδύσει στο σπίτι και να δολοφονήσει τον σκοπό. Αμέσως μια διμοιρία ΕΛΑΣιτών εισέβαλε και αιφνιδίασε τους υπερασπιστές οι οποίοι υποχρεώθηκαν να διαφύγουν πηδώντας από την ταράτσα μέσα στον περίβολο του στρατοπέδου. Από τους 5 χωροφύλακες επιβίωσε τελικά μόνο ο Ανθυπασπιστής Χατζάκης. 

 Έως τις 17:00 όλα τα εξωτερικά φυλάκια της νότιας και δυτικής πλευράς είχαν καταληφθεί.


Στην βόρεια πλευρά του στρατοπέδου στόχο των ΕΛΑΣιτών απετέλεσε το 3ο Φυλάκιο. Στον τομέα αυτόν οι κομμουνιστές είχαν καταφέρει να εκπορθήσουν με προδοσία μόνο το δεύτερο υποφυλάκιο το οποίο επάνδρωναν ο Ενωμοτάρχης Νάσκος και 4 χωροφύλακες. Ένας ένοικος του σπιτιού βγήκε κρυφά και οδήγησε μέσα στο κτίριο μια διμοιρία ανταρτών η οποία αιφνιδίασε τους υπερασπιστές, που τελικά έπεσαν μέχρι ενός.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΑΣΙΤΩΝ
ΕΛΑΣ
Α’ Σ. Στρατού
Επιτ. Γραφ. III
Αριθ. ΑΠ 108
Δελτίον Πληροφοριών ώρα 18.30
ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΗΣ. Συγκρότημα Μακρυγιάννη κατελήφθη σχεδόν εξ ολοκλήρου. Τμήμα 500 περίπου με Αξιωματικούς εξακολουθεί αμυνόμενον εντός περιβόλου.
Ειδική Ασφάλεια κατελήφθη ολοσχερώς. Οι περισσότεροι των αξιωματικών ημύνθησαν μέχρις εσχάτων. Διεσκορπίσθησαν. Αιχμάλωτοι ολίγοι. Τους περισσοτέρους τους παρέλαβαν αγγλικά τάνκς. Το Δ» Τμήμα περισφίγγεται.
Ήρξατο επίθεσις κατά του Αρχηγείου Χωροφυλακής (Ιουλιανού). Οι αξιωματικοί αμύνονται ενώ οι χωροφύλακες θέλουν να παραδοθούν. Δύναμη 200. Εκεί είναι ο Παπαργύρης. Κατελήφθη κατόπιν ανατινάξεως και αναφλέξεως.
Η Υποδιοίκηοη Χωροφυλακής κατελήφθη και η Διοίκηση Στερεάς. Τυπογραφείο επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου εξεδίδοντα τα ψευδή δελτία ειδήσεων της αντίδρασης, ανετινάχθη. Δυνάμεις Ρίμινι-Τσολιάδες και Χωροφύλακες επιτίθενται κατά Καισαριανής. Ι Ταξιαρχία αμύνεται σθεναρώς. θα κρατήσει. Κατά πληροφορίας 6 Συν/τος (Πειραιώς) ενεφανίσθησαν πλοία εις Άγιον Γεώργιον Κερατσίνι μεταφέροντα Αραπάδες και Ιερολοχίτας με σκοπό αποβίβασης. Το Σύν/μα διετάχθη αναταχθή εις απόβασιν και εμποδίση πάση θυσία άνοδον εις Αθήνας.
ΣΔ 6-12-44
Υποβάλλεται ΚΕ ΕΛΑΣ

------------
 


Ο βόρειος τομέας αμύνης του Συντάγματος, εν αντιθέσει με τον νότιο, απεδείχθη ανθεκτικός στις επιθέσεις των κομμουνιστών. Τις απογευματινές ώρες το παρατηρητήριο του διοικητηρίου εντόπισε ένα τάγμα ΕΛΑΣιτών που κατέβαινε από τον λόφο Φιλοπάππου με κατεύθυνση το θέατρο Ηρώδου του Αττικού με σκοπό να αποκόψει τα νώτα του Συντάγματος και να αποκαταστήσει επαφή με τις κομμουνιστικές δυνάμεις που είχαν καταλάβει το Β’ Αστυνομικό Τμήμα της Πλάκας. Από την ταράτσα του 3ου Φυλακίου, επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το πολυβόλο Μπρέντα, που εχειρίζετο ο άριστος σκοπευτής Ανθυπασπιστής Φ. Σακκελάρης, άρχισε να εκτοξεύει φονικά πυρά τα οποία σκόρπισαν τους αντάρτες οι οποίοι πανικόβλητοι έτρεξαν να βρουν κάλυψη. Η περιοχή όμως ήταν ανοικτή με αποτέλεσμα δεκάδες πτώματα να σκεπάσουν τον δρόμο. Το διαρκές πυρ εξάντλησε τα πυρομαχικά του πολυβόλου το οποίο έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί, αν ήθελαν οι υπερασπιστές να αναχαιτίσουν την κυκλωτική κίνηση των ανταρτών. Εν μέσω βολίδων που διέσχιζαν τον αέρα, ο κουρέας του Συντάγματος, Λεωνίδας Κουσούρης, ανέβηκε την εξωτερική ανεμόσκαλα που οδηγούσε στην ταράτσα του φυλακίου μεταφέροντας τους πολύτιμους γεμιστήρες.

Λίγο πριν, το 3ο Φυλάκιο είχε σκορπίσει και πάλι τον θάνατο στους ΕΛΑΣίτες οι οποίοι, μετά την κατάληψη του 7ου Φυλακίου, επεχείρησαν να εγκαταστήσουν πολυβολείο στην ταράτσα του. Ο Μοίραρχος Μαλτέζος, αφού άφησε τους ΕΛΑΣίτες να εγκατασταθούν, διέταξε τον Σακελλάρη να τους θερίσει με το Μπρέντα. Από τους 12 αντάρτες μόνο 2 επέζησαν ενώ σε όλη την διάρκεια της επίθεσης στο Σύνταγμα δεν τόλμησαν να επαναλάβουν το εγχείρημα τους.
Την ίδια περίπου ώρα, μια τρίτη συμφορά κτυπούσε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Πενήντα περίπου αντάρτες, μερικοί ντυμένοι με στολές δολοφονηθέντων χωροφυλάκων, ανέβηκαν στο καταληφθέν 5ο Φυλάκιο και μετέφεραν μεγάλη ποσότητα βενζίνης σε δοχεία και μπουκάλια με σκοπό να τα εκσφενδονίσουν στις ταράτσες των σπιτιών, που εφάπτοντο με τον περίβολο και να ξεκινήσουν πυρκαγιά μέσα στο στρατόπεδο ώστε να πυρποληθεί ολοσχερώς. Τον κίνδυνο μπορούσαν να αποσοβήσουν μόνον τα δύο πυροβόλα των 37 χλστ. στην γωνία του διοικητηρίου, όμως κανείς δεν τολμούσε να τα επανδρώσει καθώς η αυλή εθερίζετο από τα πυρά των κομμουνιστών. Τρεις όμως χωροφύλακες, ο Ενωμοτάρχης Χ. Ρετσίνας και οι Υπενωμοτάρχες Ι. Λαμπρόπουλος και Δ. Στρατιδάκης, αψήφησαν τον κίνδυνο και έφθασαν στο ένα πυροβόλο με το οποίο και άρχισαν να προσβάλουν το 5ο Φυλάκιο σε συνδυασμό με το πολυβόλο Μπρέντα του 3ου Φυλακίου.

Ξαφνικά μια τεράστια έκρηξη ακούσθηκε και ένα πύρινο μανιτάρι ξεπήδησε από το 5ο Φυλάκιο καθώς οι εκρήξεις των οβίδων και οι βολίδες του Μπρέντα ανάφλεξαν τις βενζίνες των ΕΛΑΣιτών. Η σκηνή που ακολούθησε ήταν φρικτή. Ουρανομήκεις φλόγες περιέζωσαν τον όμιλο των ΕΛΑΣιτών οι οποίοι απανθρακώθηκαν. Το θέαμα των καιομένων ανταρτών, που ούρλιαζαν απελπισμένοι, έριξε κατακόρυφα το ηθικό των κομμουνιστών και αντίθετα ανύψωσε αυτό των υπερασπιστών του Μακρυγιάννη.
Η επίθεση των ΕΛΑΣιτών δεν άφησε αμέτοχο και το διοικητήριο του Συντάγματος. Το εκτεθειμένο πολυβολείο της ταράτσας είχε γίνει αμέσως στόχος των κομμουνιστικών πυρών καθώς προκαλούσε σοβαρές απώλειες στους επιτιθέμενους. Κάποια στιγμή μια ριπή σκότωσε τον χειριστή του πολυβόλου Μπρέντα, Ενωμοτάρχη Αλεβίζο, με αποτέλεσμα να αναλάβει τον χειρισμό του ο Μοίραρχος Παπαδοδήμας, επί δυο ώρες, εν μέσω καταιγισμού πυρών. Τελικά και ο ίδιος τραυματίσθηκε σοβαρά στην κοιλιά, τα πόδια και τους βραχίονες από 7 συνολικά βολίδες. Καθώς τον κατέβαζαν με το φορείο ο μοίραρχος είχε το σθένος να πετάξει το λευκό σεντόνι που τον κάλυπτε φωνάζοντας: «Ξεσκέπαστε με! Δεν θέλω να νομίζουν ότι μας σκοτώνουν! … Εμείς δεν πεθαίνουμε»! Και πράγματι ο ηρωικός αξιωματικός τελικά επέζησε των σοβαρών τραυμάτων του.

Η πυρπόληση των ανταρτών στο 5ο Φυλάκιο καταρράκωσε το ηθικό των ΕΛΑΣιτών με αποτέλεσμα στις 18:00 να κοπάσει η σφοδρότητα της επίθεσης και μέχρι το βράδυ να περιορισθεί σε πυρά παρενόχλησης. Η επέλευση της νύκτας έδωσε την ευκαιρία στους χωροφύλακες να συμπληρώσουν τα οχυρωματικά τους έργα ενώ μια μικρή βοήθεια έφθασε από τους Βρετανούς υπό την μορφή 15 Άγγλων στρατιωτών, με 2 αντιαρματικά ΡΙΑΤ και σάκους με χειροβομβίδες. Η δύναμη αυτή αποχώρησε μετά την παρέλευση ενός 24ώρου.
Ο απολογισμός των απωλειών του Συντάγματος για την 6η Δεκεμβρίου ήταν βαρύς: 5 αξιωματικοί και 49 οπλίτες νεκροί καθώς και 8 αξιωματικοί και 25 οπλίτες τραυματίες. Οι απώλειες των κομμουνιστών υπολογίσθηκαν σε περίπου 500 νεκρούς και τραυματίες. Η συνολική δύναμη του τακτικού ΕΛΑΣ στην περιοχή, υπολογιζόταν σε 6.000 περίπου άνδρες.




Μαρτυρία Βασιλείου Λ. πολυβολητή

Ο ήρωας Βασίλειος Λ πήγε 18 ετών εθελοντής στον πόλεμο του 1940.Υπηρετησε στο πυροβολικό. Μετά τον πόλεμο ονομάστηκε μόνιμος υπαξιωματικός αν και τότε σπούδαζε δικηγόρος. Όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 1944 επειδή οι αξιωματικοί καταλάβαιναν ότι οι κομμουνιστές πάνε για κίνημα τον τοποθέτησαν στην εκπαίδευση των χωροφυλάκων του Μακρυγιάννη στα πυροβόλα μαζί με άλλους 10-12 πυροβολητές.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1944 ξεκίνησαν οι επιθέσεις . Το απόγευμα κατά της 3:00 βρισκόταν μαζί με άλλους στο αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής στην οδό Σίνα. Ο εθελοντής Λοχαγός Λυκαυγέρης που ανήκε στην Χ τον πήρε αυτόν, τον δικηγόρο Αλέκο Αλεξ… και άλλους και πήγαν στο Μακρυγιάννη όπου πήρε μέρος σε όλες τις μάχες.
Όταν είδαν τους ΕΛΑΣίτες μεταμφιεσμένους σε χωροφύλακες, έστειλαν τους χωροφύλακες Χ. Ρετσίνα, Γ.  Λαμπρόπουλο και Δ. Στρατιδάκη να μετακινήσουν το πυροβόλο Μετά έπιασε δουλειά ο Βασίλειος Λ. στο ένα πυροβόλο. Ήταν μαζί με τον Σβαρνιά και τον Κ. Τσουκαλά. Τα πυρομαχικά τα μετέφερε ο Περικλής Κόρπος.

Ο Βασίλειος Λ. στόχευσε καλα. Οι κομμουνιστές έγιναν παρανάλωμα πυρός! Εκεί που πήγαιναν να κάνουν το ίδιο στους χωροφύλακες. Στο άλλο πυροβόλο ήταν ο Αλέκος Αλεξ. και ο Λουμάκης. Και οι δύο τραυματίστηκαν στα πόδια.
Η Διοίκηση
ΠΥΡΙΟΧΟΣ ΝΕΣΤΟΡΑΣ

---------------------  


Ο διοικητής συνταγματάρχης Σαμουήλ

Τις δύο επόμενες ημέρες οι ΕΛΑΣίτες περιορίσθηκαν σε ημερήσιους βομβαρδισμούς και νυκτερινές απόπειρες ανατινάξεων του περιβόλου. 


7η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Την νύκτα της 7ης Δεκεμβρίου ομάδες ΕΛΑΣιτών, καλυπτόμενες από πυκνά πυρά και το σκοτάδι, κατόρθωσαν να πλησιάσουν τον νότιο μαντρότοιχο και να τοποθετήσουν δέσμες δυναμίτιδας. Με μια σειρά τρομερών εκρήξεων ο μαντρότοιχος κατέπεσε εν μέρει και οι υπερασπιστές έσπευσαν να καλυφθούν πίσω από το σωρό με τα χώματα και τις πέτρες. Το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου ο βομβαρδισμός συνεχίσθηκε με αποτέλεσμα να καταρρεύσει η στέγη του διοικητηρίου. Εκείνη την ημέρα παρελήφθησαν τρόφιμα και πυρομαχικά αλλά ταυτόχρονα αφαιρέθηκαν 100 χωροφύλακες από την συνολική δύναμη κατόπιν εντολής του Άγγλου ταξιάρχου ώστε να ενισχυθεί η φρουρά των Παλαιών Ανακτόρων. Ο διοικητής του Συντάγματος υπάκουσε την διαταγή αν και η μεγάλη αυτή αφαίμαξη δυνάμεων και μάλιστα μια στιγμή που ετοιμαζόταν μεγάλη κομμουνιστική επίθεση, ελαχιστοποιούσε τις πιθανότητες επιβίωσης των υπερασπιστών του «φρουρίου Μακρυγιάννη».


Η βεβαιότητα ότι επίκειται τις επόμενες ημέρες μεγάλη επίθεση πήγαζε από αξιόπιστες πληροφορίες που συγκεντρώνοντο από το αυτοσχέδιο δίκτυο πληροφοριών που είχε οργανώσει ο διοικητής του Γραφείου   Πληροφοριών   του   Συντάγματος, Μοίραρχος Αθανάσιος Δρούγκας. Τόσο ο ίδιος όσο και οι χωροφύλακες της υπηρεσίας του διείσδυαν με πολιτική περιβολή στις γραμμές των ΕΛΑΣιτών και συγκέντρωναν πληροφορίες για τις θέσεις βαρέων όπλων, τις συγκεντρώσεις, τις κινήσεις και τις προετοιμασίες των κομμουνιστών. Οι πληροφορίες αυτές ήταν τόσο ακριβείς ώστε το Αγγλικό Στρατηγείο απορούσε πως οι αποκλεισμένοι χωροφύλακες στο Μακρυγιάννη ήταν καλύτερα πληροφορημένοι από τους ίδιους τους Άγγλους.

Το μεσημέρι η διοίκηση του Συντάγματος αποφάσισε να εξαπολύσει μια προληπτική επίθεση κατά των καταληφθέντων δευτέρου υποφυλακίου, του 3ου Φυλακίου και του 4ου Φυλακίου, καθώς είχε διαπιστωθεί ότι στην διάρκεια της νύκτας είχαν συγκεντρωθεί μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών και εύφλεκτων υλών με σκοπό να ανατιναχθεί, στα δύο αυτά σημεία, ο περίβολος ώστε να δημιουργηθούν ρήγματα για να διεισδύσουν οι ΕΛΑΣίτες. Στις 16:00 οι άνδρες του 3ου Φυλακίου εξόρμησαν προς τις οδούς Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μητσαίων αιφνιδιάζοντας τους ΕΛΑΣίτες ενοίκους των δύο φυλακίων οι οποίοι τράπηκαν σε φυγή, στην διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν αρκετοί. 
Στο 4ο Φυλάκιο ο αιφνιδιασμός ήταν τέτοιος ώστε συνελήφθησαν 50 ΕΛΑΣίτες και βρέθηκαν 70 τυφέκια, 10 οπλοπολυβόλα και ποσότητες εκρηκτικών. Η ανάκριση των αιχμαλώτων απεκάλυψε ότι εκείνη την νύκτα θα ανατινάζοντο το 3ο Φυλάκιο και όλα τα γειτονικά κτίρια.



9η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Στις 9 Δεκεμβρίου, συνεχιζόμενου του βομβαρδισμού του Συντάγματος, κατέφθασαν ως ενίσχυση 500 γενειοφόροι μαυροσκούφηδες του «καπετάν» Γρίβα, οι οποίοι εθεωρούντο από τους μεν κομμουνιστές ως «επίλεκτοι», από τους δε αντιπάλους τους ως απλοί δολοφόνοι και βασανιστές. Η ανταρτική αυτή δύναμη παρέλασε έφιππη στις γειτονιές της περιοχής επιδεικνύοντας μεγάλα μαχαίρια με τα οποία θα κατάσφαζαν «τους εχθρούς του λαού». Το ηθικό των κομμουνιστικών μαζών που είχαν συρρεύσει στην περιοχή προσπαθούσε να ανυψώσει μια «καπετάνισσα» λεγόμενη «Αθηνά», γνωστή για θηριωδίες κατά των πολιτικών της αντιπάλων. Ο ψυχολογικός πόλεμος δεν έλειψε και από τις δύο πλευρές. Οι κομμουνιστές χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιους τηλεβόες, τα γνωστά τότε «χωνιά», πότε απειλούσαν τους χωροφύλακες με σφαγή, πότε τους καλούσαν σε παράδοση και πότε διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις ότι δήθεν το Σύνταγμα κατελήφθη. Από την πλευρά τους οι χωροφύλακες με δικά τους χωνιά διέψευδαν τους ισχυρισμούς των κομμουνιστών και δήλωναν ότι θα πεθάνουν μέχρι ενός.


Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατόρθωσαν να εισέλθουν στο Σύνταγμα 15 Βρετανοί αλεξιπτωτιστές, με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Μπέκερ, οι οποίοι ήταν ειδικοί στις ναρκοθετήσεις. Η δύναμη αυτή καλυπτόμενη από πυκνά πυρά των χωροφυλάκων κατόρθωσε να ναρκοθετήσει το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στον νότιο μαντρότοιχο και να τοποθετήσει συρματοπλέγματα. Έχοντας απώλεια έναν νεκρό, οι αλεξιπτωτιστές αποχώρησαν αφού ολοκλήρωσαν την αποστολή τους. Την ίδια νύκτα, ωστόσο, οι ΕΛΑΣίτες κατόρθωσαν να δημιουργήσουν νέο ρήγμα σε άλλο σημείο του νότιου μαντρότοιχου.




10η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Το ξημέρωμα της 10ης Δεκεμβρίου οι κομμουνιστές εξαπέλυσαν τον πλέον σφοδρό βομβαρδισμό από τα υπάρχοντα αλλά και νέα πυροβολεία που είχαν δημιουργηθεί το τελευταίο τριήμερο. Στα ορειβατικά πυροβόλα και στους όλμους των λόφων Φιλοπάππου και Αρδηττού, προστέθηκαν και αυτά των Φυλακών Βουλιαγμένης οι οποίες είχαν καταληφθεί στις 4 Δεκεμβρίου. Γενικά, κάθε μέσο πυρός των κομμουνιστικών δυνάμεων, πυροβόλα, όλμοι, βαρέα και ελαφρά πολυβόλα, οπλοπολυβόλα και τυφέκια συνδύασαν τα πυρά τους δημιουργώντας μια πραγματική κόλαση για τους υπερασπιστές του Μακρυγιάννη. Στις 07:30 η σφοδρότητα του πυρός κορυφώνεται. Τα κτίρια του Συντάγματος καλύπτονται πλέον από καπνούς και φλόγες. Η ταράτσα του διοικητηρίου καταρρέει ολοσχερώς και καταπλακώνει 4 χωροφύλακες, ενώ οι ευρισκόμενοι στον δεύτερο όροφο σκοτώνονται σχεδόν όλοι από τους όλμους που εισχωρούν πλέον από την ανοικτή οροφή.
Την στιγμή εκείνη η κόπωση της μάχης τόσων, ημερών, ο φρικτός θόρυβος των εκρήξεων και το θέαμα των διαμελισμένων συντρόφων τους δημιουργεί απελπισία στους υπερασπιστές του Μακρυγιάννη οι οποίοι ζητούν από τον διοικητή τους να κάνουν έξοδο ώστε ή να πεθάνουν και να γλιτώσουν από την αγωνία αυτή ή να βρουν διέξοδο και να σωθούν όσοι μπορούν. Ευτυχώς η διοίκηση απεφάσισε να παραμείνουν στο στρατόπεδο διότι, ορθώς, είχαν περισσότερες ελπίδες επιβίωσης.




Στις 09:00 εκδηλώνεται γενική επίθεση των ΕΛΑΣιτών με κύριο σώμα εφόδου το 6ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ Κορίνθου και τους γενειοφόρους του Γρίβα επικεφαλής των αιχμών των κύριων αξόνων της επίθεσης. Από πίσω, μάζες εφέδρων του ΕΛΑΣ, που ακολουθούσαν ως εφεδρείες, για να προσφέρουν στην ψυχολογική πίεση των αμυνομένων αλαλάζουν δημιουργώντας μια τρομακτική ατμόσφαιρα. Επί δύο ολόκληρες ώρες αλλεπάλληλα κύματα ΕΛΑΣιτών επιτίθενται στον νότιο μαντρότοιχο προσπαθώντας να διεισδύσουν από τα ρήγματα που είχαν ανοιχθεί τις προηγούμενες νύκτες. Σε μια περίπτωση αντάρτες του 6ου συντάγματος φθάνουν στο ρήγμα και εκτοξεύουν στο εσωτερικό του περιβόλου χειροβομβίδες και εμπρηστικές βόμβες. Η σύγχυση που επικρατεί προς στιγμήν στους υπερασπιστές ξεπερνιέται και θεριστικά πυρά από τα πολυβόλα Μπρέντα και τα 200 τυφέκια των εναπομεινάντων χωροφυλάκων σκορπούν τον θάνατο στις γραμμές των ΕΛΑΣιτών. Οι τελευταίοι προσφέρουν θαυμάσιο στόχο καθώς συνωστίζονται στα ανοίγματα του μαντρότοιχου. Η ορμή των κομμουνιστών αναχαιτίζεται και η επίθεση ξεθυμαίνει, ενώ δεκάδες πτώματα και τραυματίες, που βογκούν και καλούν σε βοήθεια, σκεπάζουν την νότια πρόσβαση του στρατοπέδου.

Μετά από δύο ώρες ανάπαυλα, στις 13:00, επαναλαμβάνεται ο πρωινός σφοδρός βομβαρδισμός και μισή ώρα μετά εκδηλώνεται νέα γενική επίθεση των κομμουνιστών, η οποία αναχαιτίζεται όπως και η πρώτη. Αλλεπάλληλες επιθέσεις ακολουθούν και στις 15:30 οι αντάρτες κατορθώνουν να πλησιάσουν τον μαντρότοιχο και με την χρήση ναρκών να ανατινάξουν ένα πολύ μεγάλο τμήμα του. Το εσωτερικό του στρατοπέδου βρίσκεται πλέον εκτεθειμένο στα πυρά αλλά και στις προσπάθειες διείσδυσης των ΕΛΑΣιτών. Οι τελευταίοι, αφού προωθούν δυνάμεις γύρω από το μεγάλο ρήγμα, ετοιμάζονται για γενική εφόρμηση στις 16:00. Την στιγμή εκείνη που φαινότανε ότι οι χωροφύλακες ευρίσκοντο στο έλεος τους, εμφανίζονται τρία αγγλικά άρματα μάχης τα οποία με τα πυρά τους διασκορπίζουν τις εχθρικές συγκεντρώσεις. Ταυτόχρονα, 15 Άγγλοι βρίσκουν ευκαιρία να διεισδύσουν στο στρατόπεδο και να τοποθετήσουν νάρκες σε όλο το μήκος του ρήγματος ενώ αφήνουν στους αμυνόμενους 3 οπλοπολυβόλα, 3 αντιαρματικούς εκτοξευτές ΡΙΑΤ και αρκετά πυρομαχικά.



Απομακρυθέντων των αρμάτων, οι ΕΛΑΣίτες περιέσφιξαν πάλι το Σύνταγμα και άρχισαν να εξαπολύουν νέες επιθέσεις. Μέσα σε λίγη ώρα η κατάσταση έγινε και πάλι κρίσιμη. Τότε ο Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Κ. Κωστόπουλος, ο οποίος εθελοντικά συμμετείχε στην άμυνα του Συντάγματος, απεφάσισε ότι η μόνη λύση ήταν η τοποθέτηση των 2 πυροβόλων των 37 χλστ. που ευρίσκοντο στην νοτιοδυτική γωνία του Διοικητηρίου, απέναντι από το ρήγμα ώστε με άμεσες βολές να αναχαιτίζουν τις προσπάθειες διείσδυσης των ανταρτών. Το εγχείρημα ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλό καθώς ο ακάλυπτος χώρος που ευρίσκοντο τα πυροβόλα οργωνόταν από κάθε είδους βολίδες και θραύσματα. Τέσσερις εθελοντές, ο Υπολοχαγός Σβαρνιάς, ο Ενωμοτάρχης Κωλέτσης και οι χωροφύλακες Σβέρκος και Κανελλόπουλος, αψήφησαν τον κίνδυνο και ως εκ θαύματος κατόρθωσαν να φθάσουν αλώβητοι στο ένα πυροβόλο και να το μεταφέρουν στο κατάλληλο σημείο. Οι οβίδες του πυροβόλου κατάφεραν να αναχαιτίσουν τις επιθέσεις των ΕΛΑΣιτών οι οποίοι στις 17:30 περίπου άρχισαν να χαλαρώνουν την πίεση που εξασκούσαν για να σταματήσουν εντελώς την επίθεση στις 18:00. Όλο το υπόλοιπο βράδυ πέρασε με σχετική ηρεμία εκτός κάποιων πυρών παρενόχλησης και των θορύβων από τις ύβρεις που εκτόξευαν μεταξύ τους οι «καπετάνιοι» του ΕΛΑΣ, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για την αποτυχία της επίθεσης.





 11η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Το πρωί της 11ης Δεκεμβρίου νέες κομμουνιστικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν προς το Μακρυγιάννη από την Λεωφόρο Συγγρού, το Θησείο, την οδό Αναπαύσεως και την γέφυρα του Ιλισού. Αυτή την φορά η επίθεση είχε αποφασισθεί να γίνει νύκτα αλλά με αθόρυβη προσέγγιση και χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού ώστε να επιτευχθεί ο αιφνιδιασμός των υπερασπιστών. Το σύστημα πληροφοριών, ωστόσο, του Μοιράρχου Δρούγκα είχε και πάλι κατορθώσει να ανακαλύψει τα σχέδια των ΕΛΑΣιτών και να προειδοποιήσει τους υπερασπιστές.

Στις 20:00 εκατό γενειοφόροι του «επίλεκτου» σώματος του «καπετάν» Γρίβα πλησίασαν με κάθε προφύλαξη και σιγή τα χαλάσματα που ευρίσκονταν εμπρός από το μεγάλο ρήγμα του νότιου μαντρότοιχου. Αφού παρατήρησαν και αφουγκράσθηκαν την περιοχή επί κάμποση ώρα και δεν παρατήρησαν κάποια κίνηση ή δεν άκουσαν κάποιον θόρυβο, επείσθησαν ότι οι χωροφύλακες κατάκοποι είχαν κοιμηθεί και γενικά ότι η επαγρύπνηση τους είχε χαλαρώσει. Αντίθετα, δεκάδες μάτια και αυτιά χωροφυλάκων τους παρακολουθούσαν και τους άκουγαν να πλησιάζουν αλλά κανένας δεν άνοιξε πυρ σύμφωνα με τις εντολές που είχαν λάβει.



Φθάνοντας στο ρήγμα οι γενειοφόροι άρχισαν να διαπληκτίζονται για το ποιος θα έκανε το πρώτο βήμα να εισέλθει στο προαύλιο καθώς γνώριζαν ότι τα χαλάσματα ήταν ναρκοθετημένα. Τελικά ο επικεφαλής τους οργισμένος όρμησε πρώτος με αποτέλεσμα να πατήσει μια από τις νάρκες και να διαμελιστεί. Ο κρότος της έκρηξης της νάρκης ήταν και το προσυμφωνημένο σύνθημα που ανέμεναν οι χωροφύλακες για να ανοίξουν πυρ. Δεκάδες βολίδες έπληξαν τους έκπληκτους αντάρτες οι οποίοι υποχώρησαν ατάκτως αφήνοντας πάνω από 50 νεκρούς στο σημείο του ρήγματος. Οργισμένοι οι διοικητές των ΕΛΑΣιτών διέταξαν επανέναρξη του βομβαρδισμού και στις 22:00 εξαπέλυσαν νέα γενική επίθεση. Οι τακτικές των ανταρτών δεν παρουσίασαν κάτι καινούργιο καθώς επαναλάμβαναν τις προσπάθειες ανατίναξης με εκρηκτικές ύλες του μαντρότοιχου και της διείσδυσης από τα υπάρχοντα και νέα ρήγματα.


Στις 24:00 ένας νέος κίνδυνος ανεφάνη από την δυτική πλευρά του περιβόλου καθώς δυο «καπετάνιοι» του ΕΛΑΣ διολίσθησαν μέχρι τον μαντρότοιχο και κατόρθωσαν να ανατινάξουν ένα μεγάλο μέρος του με δυναμίτες και νάρκες. Πίσω από αυτούς ακολουθούσαν έρποντες ΕΛΑΣίτες που προσπαθούσαν να διεισδύσουν στα κτίρια του στρατοπέδου. Αμέσως ο διοικητής του Συντάγματος ζήτησε την παροχή φωτιστικών πυρών από ένα βρετανικό τμήμα που ευρίσκετο 1 χιλιόμετρο δυτικά του στρατοπέδου. Η αίτηση έγινε αμέσως αποδεκτή και σύντομα οι αντάρτες βρέθηκαν λουσμένοι στο λευκό φως των φωτιστικών βλημάτων ενός όλμου των 81 χλστ. Ως εκ τούτου και αυτό το σχέδιο των ΕΛΑΣιτών απέτυχε και οι δυνάμεις τους αποσύρθηκαν με μεγάλες απώλειες. Έως τις 02:00 ο αγώνας συνεχίσθηκε μόνο με ανταλλαγές πυρών για να διακοπεί τελείως και απότομα την ώρα εκείνη. Οι νυκτερινές αυτές επιθέσεις ήταν και οι τελευταίες σοβαρές προσπάθειες των κομμουνιστών να καταλάβουν το συγκρότημα Μακρυγιάννη, που θα τους άνοιγε την οδό προς το κέντρο των Αθηνών και την έδρα της κυβέρνησης και των επιτελείων των ελληνικών και αγγλικών δυνάμεων.





Μετά την αποτυχία του να καταλάβει το Σύνταγμα Μακρυγιάννη, το επιτελείο του ΕΛΑΣ απεφάσισε να απομονώσει πλήρως το στρατόπεδο για να κάμψει τους πολιορκημένους με την πείνα και την δίψα και να αναμένει μια άλλη ευκαιρία, εάν τελικά ευοδώνοντο τα σχέδια τους αλλού στην Αθήνα, για να εκκαθαρίσουν αυτόν τον πυρήνα αντίστασης. Ως εκ τούτου, στις 12 Δεκεμβρίου όλες σχεδόν οι γειτονικές του Συντάγματος πολυκατοικίες ανατινάχθηκαν ώστε να μην υπάρχουν συγκεκαλυμμένα δρομολόγια ενίσχυσης του ενώ στις 13 του μηνός αποκόπηκε και η τροφοδοσία νερού του στρατοπέδου. Η δράση των ΕΛΑΣιτών περιορίσθηκε σε πυρά ελευθέρων σκοπευτών και σποραδικές βολές με όλμους και πυροβολικό, ενώ οδοφράγματα και φυλάκια απέκοπταν κάθε οδό προς το Σύνταγμα.
Παρόλα αυτά, οι υπερασπιστές μετά από πολύ καιρό βρήκαν την ευκαιρία να κοιμηθούν και να ξεκουραστούν. Αρκετοί έπασχαν από ισχυρή και οδυνηρή οφθαλμία καθώς οι καπνοί, τα χώματα, η σκόνη, η πυρίτιδα, η αϋπνία και οι λάμψεις είχαν φλογίσει τους οφθαλμούς τους. Η δίψα και η πείνα επέτειναν το μαρτύριο των κατάκοπων χωροφυλάκων. Στις 14 του μηνός η δράση των κομμουνιστών στην περιοχή είχε περιορισθεί στην διεξαγωγή λεηλασιών των συνοικιών από τον όχλο, ενώ στις 15 Δεκεμβρίου 30 χωροφύλακες συνενώθηκαν με αγγλικά τμήματα που διεξήγαγαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά μήκος της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου και μέχρι το Κουκάκι. Τουλάχιστον 100 ΕΛΑΣίτες συνελήφθησαν το πρωί ενώ το απόγευμα ομάδα 15 χωροφυλάκων εκδίωξε δύναμη ΕΛΑΣιτών που κατείχε κτίρια κοντά στο 1ο Φυλάκιο στην διασταύρωση των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μακρυγιάννη. Οι απώλειες εκείνη την ημέρα ανήλθαν σε 1 νεκρό και 5 τραυματίες. Στις 17 Δεκεμβρίου το μεσημέρι το Σύνταγμα δέχθηκε τρίωρο βομβαρδισμό ενώ ισχυρές δυνάμεις ΕΛΑΣιτών συγκεντρώθηκαν κάτω από την Ακρόπολη αλλά καμία επίθεση δεν εκδηλώθηκε. Στις 18 Δεκεμβρίου η πολιορκία είχε ουσιαστικά λυθεί και τα 2/3 του Συντάγματος σε συνεργασία με αγγλικές δυνάμεις απώθησαν τις κομμουνιστικές δυνάμεις πέραν από τον Αρδηττό και την Λεωφόρο Συγγρού ως το Φάληρο.
Την νύκτα της 18ης προς 19ης Δεκεμβρίου το Σύνταγμα συμμετείχε στην κατάληψη των συνοικιών Κουκακίου και Γαργαρέττας, με αποτέλεσμα να απειληθεί το δυτικό πλευρό των κομμουνιστικών δυνάμεων που ευρίσκοντο ανατολικά της Λεωφόρου Συγγρού. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε από το Σύνταγμα ως τις αρχές Ιανουαρίου 1945 οπότε και εκκαθαρίσθηκε η Αθήνα από τις κομμουνιστικές δυνάμεις.

Η κομμουνιστική εξέγερση τον Δεκέμβριο του 1944 επέτυχε την κατάληψη ολόκληρης σχεδόν της Αθήνας πλην μιας λωρίδας από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια καθώς και απομονωμένων νησίδων αντίστασης. Οι μόνες ελληνικές δυνάμεις ήταν αυτές οι κακά και ελαφρά εξοπλισμένες δυνάμεις της Αστυνομίας Πόλεων και της χωροφυλακής καθώς και η 3η Ορεινή Ταξιαρχία. Οι Βρετανοί διέθεταν 16 λόχους από διάφορες μονάδες και λιγοστά άρματα. Αλλά και αυτές οι δυνάμεις παρέμειναν στο σύνολο σχεδόν της σύγκρουσης αδρανείς, εξασκώντας παθητική άμυνα εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Στις 11  Δεκεμβρίου,  που  κορυφωνόταν  η  επίθεση των ΕΛΑΣιτών στο Σύνταγμα Μακρυγιάννη, ο Υποστράτηγος Άρκραϊτ της Βρετανικής 23ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας πρότεινε την εκκένωση των Αθηνών την σύμπτυξη προς τον Πειραιά ώστε να αποσυρθούν σε βρετανικά πλοία. Ευτυχώς ο διοικητής της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, Συνταγματάρχης Θρασύβουλος Τσακαλώτος, αντέδρασε  έντονα  με αποτέλεσμα παραμείνουν οι δυνάμεις στις θέσεις τους.

Στις κρίσιμες αυτές ώρες για την Αθήνα και την Ελλάδα γενικότερα, τα δύο «φρούρια» της Χωροφυλακής, η Σχολή Χωροφυλακής στην οδό Μεσογείων και το Σύνταγμα Μακρυγιάννη στην ομώνυμη συνοικία, απετέλεσαν τα σημεία στα οποία καταναλώθηκαν και υπέστησαν μεγάλες φθορές οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ με αποτέλεσμα και να εξασθενήσει η ισχύς τους αλλά και να κερδηθεί χρόνος ώστε να συρρεύσουν βαρείες βρετανικές δυνάμεις στην Αθήνα. Τα δύο αυτά κτιριακά συγκροτήματα εμπόδισαν τα σχέδια των κομμουνιστών για ταυτόχρονη προέλαση από βορειοανατολικά μέσω Λεωφόρου Κηφισίας και από νοτιοδυτικά, μέσω Λεωφόρου Συγγρού.
Σκοπός των κομμουνιστών ήταν η κατάληψη του κέντρου των Αθηνών ώστε, αφενός, να εξοντωθεί ή τουλάχιστον να εκδιωχτεί η νόμιμη ελληνική κυβέρνηση και αφ’ ετέρου, να εγκατασταθεί κυβέρνηση «συνασπισμού», δηλαδή κομμουνιστική, η οποία θα αναγνωριζόταν από την Γιουγκοσλαβία, την Αλβανία και την Βουλγαρία αλλά και από την Σοβιετική Ένωση τους υπόλοιπους δορυφόρους της, εφόσον διεβλέπετο η σχετική ευκαιρία παρά τα συμφωνηθέντα. Επιπλέον η κατάληψη του κέντρου των Αθηνών θα σήμαινε αυτόματη αποχώρηση των Βρετανών από αυτό και απόσυρση τους στον Πειραιά.

Οι σχεδιαστές της επιχείρησης δεν υπολόγισαν τις ιδιαιτερότητες της μάχης στην πόλη, όπου η αναγκαία αριθμητική αναλογία επιτιθεμένων κατά αμυνομένων για επιτυχία πολλαπλασιάζεται και ξεπερνά την κλασσική του «3 προς 1» που θεωρείται ικανοποιητική για επιχειρήσεις στην ύπαιθρο. Στην μάχη του Μακρυγιάννη οι κομμουνιστές διέθεταν αυτήν την ποσοτική αναλογία μόνο που αυτή ήταν πλασματική καθώς οι πραγματικά αξιόμαχοι ΕΛΑΣίτες ήταν ελάχιστοι αν όχι ανύπαρκτοι. Οι χαρακτηρισμοί συνταγμάτων του ΕΛΑΣ ή μονάδων, όπως των γενειοφόρων του Γρίβα, ως «επίλεκτων», ήταν αυθαίρετοι και εσχετίζοντο με την προπαγάνδα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρά με την πραγματικότητα.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ελάχιστα πολέμησαν τους Γερμανούς σε τακτικές μάχες και μάλιστα σε πόλεις, περιοριζόμενες σε σύντομες ενέδρες και επιδρομές. Η θηριωδία κατά των αιχμαλώτων, όπως συνήθιζαν οι ΕΛΑΣίτες, ελάχιστα σημαίνει σκληρότητα χαρακτήρα αλλά περισσότερο σκληρότητα και ποταπότητα ψυχής. Επίσης οι μονάδες αυτές, και ακόμα περισσότερο οι λεγόμενες του «εφεδρικού ΕΛΑΣ», δεν διακρίνονταν από στρατιωτική πειθαρχία, από συνοχή καθώς και από καλή στελέχωση με έμπειρους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Ήταν περισσότερο «παρέες» εξοπλισμένων νέων οι οποίες ήταν απείθαρχες και με χαμηλό ηθικό καθώς με την πρώτη αποτυχία ο ενθουσιασμός τους χανόταν και μετατρέπετο σε θυμό ή απελπισία. Δυστυχώς, γι’ αυτούς, ο ενθουσιασμός που δίνει η φανατική πίστη σε μια ιδεολογία εξατμίζεται με το θέαμα των πρώτων νεκρών αν δεν συνοδεύεται από στρατιωτική εκπαίδευση και πειθαρχία.
Οι κομμουνιστές στηρίχθηκαν αρκετά στα βαρέα όπλα τους αλλά λησμόνησαν ότι οι βομβαρδισμοί κάθε είδους στις πόλεις δημιουργούν περισσότερα χαλάσματα, παρά απώλειες, τα οποία κατόπιν χρησιμεύουν ως καλύτερα ακόμη εμπόδια και θέσεις μάχης. Οι όλμοι και τα ορειβατικά πυροβόλα ελάχιστα επέτυχαν τελικά. Μόνον εάν διέθεταν αντιαρματικά όπλα – φορητά ή ρυμουλκούμενα – θα πετύχαιναν, με άμεσες βολές, να εξουδετερώσουν τις θέσεις μάχης των αμυνομένων. Η επιτυχής δράση του ενός μόνον πυροβόλου των 37 χλστ. της Χωροφυλακής αποδεικνύει την χρησιμότητα τέτοιων όπλων. Η έλλειψη άλλωστε αντιαρματικών μέσων στέρησε στους κομμουνιστές την νίκη στις 10 Δεκεμβρίου όταν επενέβησαν τα τρία βρετανικά άρματα.
Ο συντονισμός επίσης των επιθέσεων δεν ήταν ο κατάλληλος όπως επίσης και η χρησιμοποίηση, εάν είχε προβλεφθεί, των εφεδρειών οι οποίες θα εκμεταλλεύοντο τα ρήγματα στην άμυνα και θα συγκέντρωναν την ισχύ της επίθεσης σε ένα συγκεκριμένο σημείο.
Αντίθετα, οι χωροφύλακες ήταν μία έμπειρη δύναμη αποτελούμενη από ώριμους άνδρες, με καλή στρατιωτική εκπαίδευση, συνοχή, πνεύμα μονάδος και καλή ηγεσία, που πολεμούσε οχυρωμένη, βάσει ενός καλού σχεδίου αμύνης. Το δε ηθικό και η πίστη τους στα δικά τους εθνικά ιδανικά ήταν εξίσου ισχυρή με εκείνη των κομμουνιστών στο δικό τους διεθνιστικό — κομμουνιστικό ιδεώδες. Η ηγεσία του Συντάγματος Χωροφυλακής Αθηνών κατόρθωσε να εμπνεύσει τους άνδρες και να λάβει τις ορθές αποφάσεις, αν και η κατάρτιση της στην μάχη των πόλεων ήταν εξίσου μηδαμινή με εκείνη της κομμουνιστικής πλευράς.




Ένας ακόμη λόγος της αποτυχίας των ΕΛΑΣιτών, σύμφωνα με εκτιμήσεις της εποχής, ήταν η κατασπατάληση δυνάμεων για την κατάληψη των διαφόρων αστυνομικών τμημάτων στις διάφορες συνοικίες καθώς και άλλων επουσιωδών στόχων με αποτέλεσμα να μην υπάρξει εστίαση της προσπάθειας στους κύριους αντικειμενικούς σκοπούς, το Σύνταγμα Μακρυγιάννη και την Σχολή Χωροφυλακής.
 ----------------------------

Τα ονόματα των νεκρών του Μακρυγιάννη.

Μοίραρχοι: Νιαρχάκος Παν. / Παπακώστας Κων. / Στεφανάκης Κων.

Υπομοίραρχοι: Αντύπας Διον. / Καπάτος Διον. / Τρυγώνης Αθ.
Ανθυπομοίραρχοι: Βλάχος Νικ. / Δελής Παν. / Καφίρης Αποστ. / Κοράλλης Γεωργ. / Σπυριδάκης Νικολ. / Ψαρρός Γεωργ.

Ανθυπασπιστές: Βισβίκης Στ. / Παπασπυρόπουλος Αλ. / Στρογγυλάκος Δημ.
Ενωμοτάρχες: Αλεβίζος Αναστ. / Ανθής Σπυρ. / Βελής Δημ. / Γκλεζάκος Κυρ. / Δικαίος Θεοδ. / Ζαμπός Αγγ. / Ζευγαράς Θωμ. / Καραβίτης Αλ. / Μπιτσιβής Αναστ. / Νάσκος Κων. / Παπαδάκης Αρ./ Παπακωνσταντίνου Σπυρ. / Παπαπολίτης Κων. / Τσακμάκης Σωκρ. / Τσάμης Ιωαν. / Φίνος Δημ./ Ψυλλάκης Ευαγ.

Υπενωμοτάρχες: Αντωνόπουλος Λεων. / Αποστολόπουλος Δημ. / Βλαχιώτης Θεοδ. / Γαλάνης Νικ./ Δημητρακόπουλος Κων. / Δημητρίου Ιωαν. / Δρίβας Δημ. / Ζωγράφος Λ. / Ηλιόπουλος Ξεν. / Καμπάνης Παν. / Κανναβός Κων. / Καπούτσος Κοσμ. / Καραχάλιος Χριστ. / Κίτσος Ανδ. / Κοντάκος Νικ./ Κουρούβανης Δημ. / Κουταλιάς Κων. / Κωστογιάννης Λ. / Λαμπρόπουλος Σπ. / Λούτας Γεωργ./ Μαναός Θ. / Μανολόπουλος Ε. / Μπλέσσας Ιωαν. / Μπουτάς Ηλ. / Μώρος Γεωργ. / Οικονόμου Αθ./ Παναγιώτου Κων. / Πασσαλής Βλ. / Πετράκης Χαρ. / Ποταμιάνος Ιωαν. / Ρέππας Λεων. / Σουξές γεωργ. Τσαντόπουλος Φωτ. / Τσούκης Τρυφ. / Φιλλιπίδης Αλ. / Χειμώνας Ηλ.


Χωροφύλακες: Ανδρούτσος Ιωαν. / Αποστολάκης Γ. / Βακαλάκης Στ. / Βαρλάμης Χρ. / Βενιεράτος Νικ. / Βλάμης Σπυρ. / Γεωργιόπουλος Δημ. / Γιαλαμάς Στ. / Γκαϊτατζής Δημ. / Δάμος Μελ. / Δέλιος Κων. / Διαμαντόπουλος Αθ. / Διολίτσης Nικ. / Δούνας Δημ. / Ευσταθίου Νικ. / Ζαχαριουδάκης Γεωργ. / Ζουγανέλης Ιωαν. / Θεοδωρόππουλος Βας. / Θεόκας Κων. / Ιωάννου Σπ. / Κάλφογλου Χαρ. / Κάντζος Νικ. / Καπνάς Σπ. / Καραγκούνης Τριαντ. / Καρούσιας Χρ. / Καυκαλάκης Ιως. / Κιμιτσής Χρ. / Κιούσης Θρασ. / Κολοκούρης Γ. / Κομπιλίδης Γ. / Κοτσαύτης Αρ. / Κότσιας Ιωαν. / Κουβέλης Χρ. / Κούρκουλας Ον. / Κουρμπάς Μάτθ. / Κουσουρής Γεωργ. / Κοτσολάκος Γ. / Κωνσταντινάκος Ευ. / Κωσταξενάκης Ευαγ. / Λιώσης Φιλ. / Μάζης Χαρ. / Μαλούκος Δημ. / Μανιάτης Θεοδ. /  Μανίνος Ηλ. / Μαρίνης Απ. / Μαφαφούρης Βας. / Μυτιλήνης Γ. / Μώρος Δημ. / Νιολάου Δημ. / Νικολόπουλος Ευαγ./ Πάλλας Κων. / Παπαδόπουλος Γεωργ. / Παπαδόπουλος Εμμαν. / Παπουτσής Αντ. / Πάτρας Ιωαν./ Πετρόπουλος Στ. / Πηλιχός Βασ. / Πολυμίλης Ιωαν. / Πουλημένος Αλεξ. / Πρέπης Γεωργ. / Προγουλάκης Στ. / Ρίγος Δημ. / Σάλτας Αν. / Σάλτος Κων. / Σαπουνάς Γεωργ. / Σιδέρης Φωτ./ Σπερδούλης Αθ. / Στεφανάκης Ιωάν. / Σπύλιος Δημ. / Τερζής Νικ. / Τραπατάς Αθ. / Τριάντης Ιωαν. / Τσάκλας Βλ. / Τσάμης Ιωαν. / Τσάτσαρης Θεοδ. / Τσώνης Σωτ. / Φιλοσοφόπουλος Παν. / Φλωράκης Εμμαν. / Φωκάς Στυλ. / Χαλκιάς Δημ. / Χατζηδιάκος Δημ. / Χατζηκαλής Στυλ. / Χεκίμογλου Γεωργ. / Ψυχουδάκης Ευτ.

Ταγματάρχης Πεζικού: Ντούνης Απόστ.

Ανθυπολοχαγός Πεζικού: Λέκκας Στυλιανός

Άγγλος Στρατιώτης: Αγνώστων Στοιχείων.
 

Πηγή

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Η καταδίκη του εθνοφυλετισμού το 1872 από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου


Η καταδίκη του εθνοφυλετισμού το 1872 από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η αυτοανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της ΠΓΔΜ (1967)



Αρχιμανδρίτου
Φιλαρέτου Σπανοπούλου
Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Ηλείας.

«Η καταδίκη του εθνοφυλετισμού το 1872 από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η αυτοανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της ΠΓΔΜ (1967)».



ΕΙΣΑΓΩΓΗ.


    Αν ανατρέξουμε στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία θα δούμε ότι η Εκκλησία μας ταλαιπωρήθηκε σημαντικά από ποικίλα αιρετικά, δογματικά, σχισματικά, κ.α. προβλήματα που κατά καιρούς ανέκυπταν στο διάβα των αιώνων και τα οποία  αντιμετώπιζε μέσω των Τοπικών και Οικουμενικών της Συνόδων καθώς επίσης και μέσω των σχετικών αποφάσεων και Όρων της.
    Ο εθνοφυλετισμός είναι ένα ακόμα τέτοιο σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην νεότερη εποχή, με κίνητρο την δημιουργία εθνικών και φυλετικών Εκκλησιών αντί τοπικών Eκκλησιών, κάτι που είναι αντίθετο με την Ορθόδοξη πρακτική.
    Ο φυλετισμός λοιπόν υπήρξε σε μερικές περιπτώσεις το κίνητρο της εθελούσιας χειραφέτησης  μίας τοπικής Εκκλησίας υπό της Μητρός Εκκλησίας, δηλαδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κάτι το οποίο είναι αντίθετο με την Ορθόδοξη κανονική διδασκαλία και παράδοση, το οποίο δημιούργησε αρκετά προβλήματα μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, μέχρι να διευθετηθεί το όλο θέμα μέσω της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 1872.
    Σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι αυτό που έχει την δυνατότητα παροχής του αυτοκεφάλου σε κατά τόπους Εκκλησίες και μόνο στην περίπτωση που αυτές οι χριστιανικές εθνικές ομάδες έχουν αποκτήσει πολιτική ανεξαρτησία και αυτές ζητήσουν την χειραφέτησή τους, διότι είναι αδύνατο εντός μιας ίδιας πολιτείας να υπάρχουν δύο Ορθόδοξες Εκκλησίες. Καθώς επίσης αυτοκέφαλες Εκκλησίες ανακηρύσσονται και αυτές που είναι Αποστολικές Εκκλησίες δηλ. ιδρυμένες υπό των Αποστόλων.[1] Ακλουθώντας αυτήν την κανονική τακτική το Πατριαρχείο, παραχώρησε κατά καιρούς σε πολλές Εκκλησίες την αυτοδυναμία τους μέσω του αυτοκεφάλου, μετά από σχετική αίτηση της ενδιαφερομένης πλευράς όπως στην Εκκλησία της Ρωσίας, Ελλάδος, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας κ.α. Σε μερικές απ’ αυτές τις περιπτώσεις η μετάβαση αυτή δεν ήταν η ενδεδειγμένη όπως π.χ. στην περίπτωση της Ελλάδος, με την δημιουργία ποικίλων προβλημάτων που τελικά λύθηκαν.
   Αξίζει να παρατηρήσουμε πως μόνο η Σερβική Εκκλησία κατά τον 19ον αιώνα ακολούθησε εξ αρχής την κανονική τάξη και διαδικασία των πραγμάτων για την χειραφέτησή της και ανεξαρτητοποίησή της, ζητώντας ανάλογο Εκκλησιαστικό καθεστώς με το Πολικό, όπου επικρατούσε στην χώρα μετά την ανακήρυξή της ως ανεξάρτητο κράτος. Έτσι λοιπόν ομαλά και σύμφωνα με τις αρχές του κανονικού δικαίου της Ορθοδοξίας, απέκτησε αρχικά μια ημιαυτονομία και εν συνεχεία δε την πλήρη ανεξαρτητοποίησή της.[2]
    Τραγική ειρωνεία όμως, μέσα στου κόλπους της Σερβικής Εκκλησίας που σεβάστηκε, ίσως όσο καμία άλλη, το κορυφαίο στην τάξη καθίδρυμα της Ορθοδοξίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δημιουργήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εκκλησιαστικά προβλήματα της νεότερης εποχής που παραμένει άλυτο έως και σήμερα. Αυτό δεν είναι άλλο από το θέμα της Εκκλησίας των Σκοπίων ή της λεγομένης «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» η οποία αυτοανακηρύχθηκε πραξικοπηματικά σε αυτόνομη και αυτοκέφαλη Εκκλησία, μη σεβόμενη την κανονική διαδικασία της Εκκλησίας αλλά ούτε και το Σερβικό και Οικουμενικό Πατριαρχείο.  
    Έτσι λοιπόν το Μακεδονικό ζήτημα το οποίο προέκυψε τον 19ον αιώνα, ερείδεται αφ’ ενός με στις εθνοφυλετικές αξιώσεις των Σκοπίων, αφ’ ετέρου δε στις ιδιάζουσες εθνολογικές συστάσεις του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που βασανίζουν την Ελλάδα αλλά και τις γειτνιάζουσες χώρες όπως την  Σερβία και Βουλγαρία.[3]
     Μέσα απ’ αυτή την εργασία μας λοιπόν θα αναφερθούμε στο θέμα του εθνοφυλετισμού και πως αυτός απορρίφτηκε από την Εκκλησία μας μέσω του σχετικού Όρου της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 1872, καθώς επίσης και στο πως ο Όρος αυτός σχετίζεται με την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου εκ μέρους των Σκοπίων, ποιοί ήταν οι λόγοι της ανακήρυξης και τι εξυπηρετούσαν καθώς επίσης θα αναφερθούμε και στο τι μπορεί να γίνει σήμερα. 
                                   

1.  Ο ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟ 1872.  

  
      Πριν αναφερθούμε στα καίρια και βασικά σημεία της εργασίας μας, νομίζουμε ότι είναι επιβεβλημένο εκ του θέματος να αναφερθούμε αρχικά και εν συντομία σε λίγα στοιχεία γύρω από το θέμα του εθνοφυλετισμού και της καταδίκης του από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872.[4]
    Ας δούμε όμως πρωτίστως τι είναι ο εθνοφυλετισμός από Εκκλησιαστικής πλευράς. Φυλετισμός λοιπόν είναι, «η εν τω αυτώ τόπω συγκρότησις ιδίων φυλετικών Εκκλησιών, πάντας μέν τους ομοφύλους αποδεχομένων, πάντας δε τους ετεροφύλους αποκλειουσών και υπό μόνον ομοφύλων ποιμένων διοικουμένων».[5]  Μέσα λοιπόν απ’ αυτόν τον ορισμό αλλά και από τα πρακτικά της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 1872, διαφαίνεται ότι το φυλετικό κριτήριο διαταράσσει την κανονική τάξη και ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με αφορμή την ίδρυση φυλετικών Εκκλησιών σε ένα τόπο ή πόλη, δημιουργούνται τα εξής προβλήματα. α). Αποδοχή των ομόφυλων και απόρριψη των ετερόφυλων Ορθόδοξων Χριστιανών που διαμένουν στον ίδιο τόπο ή χώρα, β). Απαραίτητη διοίκηση από αυτόχθονες ποιμένες που θα ανήκουν στην ίδια φυλή, γ). Ύπαρξη μέσα στα κανονικά όρια μιας Πατριαρχικής, Μητροπολιτικής, Επισκοπικής Εκκλησίας τόσων Πατριαρχών, Μητροπολιτών και Επισκόπων όσων και φυλών, δ). Δικαιοδοσία κάθε Πατριάρχη κ.τ.λ. που επεκτείνεται σε ποίμνια που ανήκουν στην ίδια φυλή και μιλούν την ίδια γλώσσα, ε). Ύπαρξη πολλών φυλετικών εκκλησιαστικών αρχών στον ίδιο τόπο, που η κάθε μία διεκδικεί την Εκκλησιαστική διακυβέρνηση του τόπου και στ). Ύπαρξη μέσα στην ίδια επισκοπή πολλών Πατριαρχών του ίδιου δόγματος.
    Επίσης με τον φυλετισμό δημιουργούνται και τα εξής επακόλουθα. Η τοπική Εκκλησία δεν προσδιορίζεται με βάση το κριτήριο της εδαφικότητας αλλά με βάση το κριτήριο και την παρουσία των εθνών που μετακινούνται από τόπο σε τόπο. Για την Εκκλησία όμως είναι άγνωστο κάτι τέτοιο διότι δεν υπάρχουν εθνικές αλλά τοπικές Εκκλησίες. Επίσης το φυλετικό κριτήριο αναφέρεται στην παρουσία δυο, τριών ή και περισσότερων Επισκόπων στην ίδια πόλη ανάλογα με την ύπαρξη των εθνοτήτων, ακόμα και με τον ίδιο τίτλο, κάτι που απαγορεύουν όμως οι κανόνες της Εκκλησίας καθώς με βάση τους Ιερούς Κανόνες δεν επιτρέπεται στην ίδια πόλη να βρίσκονται δύο Επίσκοποι, δεν επιτρέπεται οι Επίσκοποι να ξεπερνούν τα όρια της δικαιοδοσίας τους, καθώς επίσης δεν επιτρέπεται ο Επίσκοπος να εγκατάλειψη την επαρχία του και να καταλάβει κάποια άλλη. Επίσης δεν πρέπει να παραθεωρήσουμε και το γεγονός ότι ο φυλετισμός οδηγεί σε τοπικό διχασμό τα μέλη της Εκκλησίας και διαχωρίζει το πλήρωμα με βάση τις φυλές που παροικούν στον ίδιο τόπο.[6]
     Η Εκκλησία όμως με την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου το 1872 στην Κωνσταντινούπολη και με βάση τους Ιερούς Κανόνες, αναίρεσε και κατηγόρησε τον Εκκλησιαστικό εθνοφυλετισμό, με αφορμή το «Βουλγαρικό Ζήτημα» το οποίο ανέκυψε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας.[7]
     Σύμφωνα με τα πρακτικά της Συνόδου του 1872, και μέσα από τον Όρο αυτής επισημαίνεται πως όχι μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά ούτε και στις αιρετικές και σχισματικές Εκκλησίες δεν παρουσιάστηκε συνύπαρξη ομόδοξων και ανεξάρτητων φυλετικών Εκκλησιών στην ίδια πόλη ή χώρα. Όλες οι Εκκλησίες που έχουν συσταθεί είναι τοπικές και περιλαμβάνουν ως μέλη τους πιστούς ορισμένης πόλης ή τοπικής περιφέρειας χωρίς φυλετικές διακρίσεις.
     Για τον λόγο αυτό οι Εκκλησίες λαμβάνουν το όνομά τους, την προσωνυμία τους από το όνομα της πόλης ή της χώρας και όχι από την εθνική καταγωγή του πληρώματος των πιστών. Αυτό επικρατεί από την Αποστολική  εποχή έως και σήμερα. Αυτό ισχύει και για τα τέσσερα πρεσβυγενή Πατριαρχεία, αλλά και για την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, που θεωρούνται από τη σύστασή τους Εκκλησίες τοπικές και όχι εθνικές σε καθορισμένες από τους Ιερούς Κανόνες γεωγραφικές δικαιοδοσίες. Για τον λόγο αυτό οι Εκκλησίες αυτές φέρουν ως προσωνύμιο το όνομα όχι του έθνους, αλλά της σπουδαιότερης πόλης ή πρωτεύουσας μίας Εκκλησιαστικής περιφέρειας. Η Σύνοδος του 1872 αναφέρεται και στο παράδειγμα των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι στα πρακτικά των Συνόδων αναφέρονται όχι με την εθνική ιδιότητα του ποιμνίου τους, αλλά ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας στην οποία προΐστανται. Στο επιχείρημα των φυλετιστών ότι στις νεώτερες εποχές οι Εκκλησίες αναφέρονται με το εθνικό τους όνομα, η Σύνοδος του 1872 απαντά πως τα επίθετα Λατινική Εκκλησία, Ελληνική, Αρμενική κ.α. υποδηλώνουν όχι διάκριση έθνους, αλλά διαφορά δόγματος. Οι εκφράσεις Εκκλησία Ελληνική, Ρωσική, Σερβική κ.α. σημαίνουν Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ή ημιανεξάρτητες σε επικράτειες ανεξάρτητες με ορισμένα όρια που συμπίπτουν με εκείνα της Πολιτικής επικράτειας και έξω απ’ αυτά τα όρια δεν έχουν καμία Εκκλησιαστική δικαιοδοσία.[8]         
     Τέλος η Εκκλησία με τον Όρο της Μεγάλης Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 1872, κατέκρινε και καταδίκασε τον φυλετισμό «τουτέστιν τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς έρεις και ζήλους και διχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκλησία….» Τους οπαδούς δε και αυτούς που παραδέχονται τον φυλετισμό τους ονόμασε αλλότριους της Μίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και τους χαρακτήρισε σχισματικούς.[9] 


2.  ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ 1872 ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ.


         Σε αυτό το σημείο ας εισέλθουμε στα βασικά ερωτήματα της εργασίας μας και ας δούμε αρχικά πως σχετίζεται ο Όρος της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 1872, που καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό, με την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου εκ μέρους της Εκκλησίας των Σκοπίων της ονομαζομένης και «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας».
     Μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) ανήκε στο Σερβικό κράτος και ονομαζόταν Νότια Σερβία και οι κάτοικοί της Νότιοι Σέρβοι. Κανένας μέχρι τότε δεν είχε κάνει λόγο για Μακεδονικό έθνος και Μακεδόνες. Όλα ξεκίνησαν το 1943 όταν το Αντιφασιστικό συμβούλιο εθνικής απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας με αρχηγό τον Τίτο αποφάσισε την οργάνωση της χώρας σε ομόσπονδη βάση.  Μία από αυτές τις ομοσπονδίες ήταν και η Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας.[10] Πρωταρχικός στόχος του στρατάρχη Τίτο και του Κομουνιστικού Καθεστώτος ήταν η αντιμετώπιση της Βουλγαρικής προπαγάνδας και των Βουλγαρικών βλέψεων.[11] 
    Από εκείνη την στιγμή ουσιαστικά άρχισε μία τεχνική προσπάθεια εθνογένεσης, δηλ. δημιουργίας ενός νέου έθους με Ελληνικό όνομα και Ελληνικά σύμβολα,  σε ένα τμήμα των Σλάβων ώστε να αποτραπεί με αυτό τον τρόπο η ένωσής τους με τις γειτονικές μεγαλύτερες και ισχυρότερες σλαβικές ομάδες.[12]
       Η ανακάλυψη της ΠΓΔΜ ανήκει στον στρατάρχη Τίτο ο οποίος πρωτίστως απέβλεπε στην συγκράτηση και αφομοίωση της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εντός της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας και αυτό, λόγω του φόβου του διότι οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους ήταν Βουλγαρικής αυτοσυνειδησίας. Και κατά δεύτερον στην επέκταση της Γιουγκοσλαβίας στην Βουλγαρική και Ελληνική Μακεδονία. Για τους σκοπού αυτούς λοιπόν οι άνθρωποι της πολιτικής εξουσίας εργάστηκαν συστηματικά παραχωρώντας στην Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας χωριστή κρατική οργάνωση, δικής της γλώσσα, κατασκεύασαν μια νέα Μακεδονική ιστορία και έτσι άρχισαν την διεθνή προπαγάνδα τους. Από αυτή την τακτική τους δεν εξαιρέθηκε ούτε και η Εκκλησία η οποία και αυτή χρησιμοποιήθηκε με προσωπική παρέμβαση του Τίτο.[13]  Ο Τίτο εξ ορισμού άθεος στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειας για διαμόρφωση μιας τοπικής εθνικής φυσιογνωμίας έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στην ανεξαρτησία της τοπικής Εκκλησίας. Με προσωπική παρέμβαση του ιδίου ιδρύθηκε το 1967 «Αυτοκέφαλη Μακεδονική Εκκλησία», παρά τις έντονες αντιδράσεις του Σερβικού Πατριαρχείου, διασπώντας έτσι την ενότητα της Ορθοδόξου Σερβικής Εκκλησίας, διότι η Εκκλησία των Σκοπίων εθελούσια και πραξικοπηματικά αυτοανακηρύχθηκε σε αυτοκέφαλη βασιζόμενη στις ενέργειες μιας κληρικολαϊκής σύναξης και καλυπτόμενη από το προστατευτικό πέπλο της πολιτείας. Στο βάθος η Εκκλησιαστική αυτή τακτική ήταν εναρμονισμένη προς την ευρύτερη πολιτική και εξυπηρετούσε την εθνογενετική διεργασία η οποία είχε τεθεί σε εφαρμογή.[14] Επομένως μία τέτοια Εκκλησιαστική χειραφέτηση που θα στηριζόταν σε εθνικό παράγοντα θα σήμαινε αυτόματα και την αναγνώριση της ύπαρξης ιδιαίτερου έθνους και φυσικά θα βοηθούσε τις πολικές επιδιώξεις της κεντρικής εξουσίας και τις φιλοδοξίες των Σκοπίων.
      Η όλη τακτική ξεκίνησε ήδη από το 1945 όταν μια κληρικολαϊκή συνέλευση στα Σκόπια απαίτησε η περιοχή να αποσχισθεί Εκκλησιαστικά από το Σερβικό Πατριαρχείο και να ιδρυθεί μια νέα «Μακεδονική Εκκλησία». Η Στάση του Πατριαρχείου της Σερβίας υπήρξε από την αρχή αρνητική σε μία τέτοια αντικανονική διάσπαση και καταδίκασε όλες αυτές τις ενέργειες ως αυθαίρετες και αντικανονικές. Μερικά από τα αιτήματα που πρόβαλε η Εκκλησία των Σκοπίων προς επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν, να τους δοθεί το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την τοπική τους γλώσσα την λεγομένη «μακεδονική» και να τοποθετούν δικούς τους αυτόχθονες ιεράρχες στις κενές επισκοπικές θέσεις. Όπως καθαρά φαίνεται οι Σκοπιανοί, απέβλεπαν στην δημιουργία μιας τοπικής εθνικής Εκκλησίας, με ιδιαίτερη γλώσσα, κλήρο, και αυτοδιοίκηση.[15] Τα πράγματα πήραν την μορφή τους το 1958 όταν μια νέα κληρικολαϊκή συνέλευση συνήλθε στην Αχρίδα και ανακήρυξε την ανανέωση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας, εξέλεξε πρώτο Μητροπολίτη της τον μέχρι τότε βικάριο του Σερβικού Πατριαρχείου Επίσκοπο Δοσίθεο, ψήφισε καταστατικό της νέας Εκκλησίας, εξέλεξε νέους Επισκόπους και ονόμασε την νέα αυτή Εκκλησία ως «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία». Η νεοσύστατη αυτή Εκκλησία πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή μετά το 1966 όταν εγγράφως ζήτησε να της παραχωρηθεί το αυτοκέφαλο και να ανεξαρτητοποιηθεί από το Σερβικό Πατριαρχείο. Τότε μετά την άρνηση του Σερβικού Πατριαρχείου και του Σέρβου Πατριάρχου Γερμανού, που διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά τα τεκταινόμενα γεγονότα,[16] η Εκκλησία των Σκοπίων αυτοανακηρύχθηκε σε αυτοκέφαλη. Η απάντηση της επίσημης Σερβικής Εκκλησίας ήρθε λίγο αργότερα όταν αποφάσισε να διακόψει τις κανονικές σχέσεις και επαφές της με την Ιεραρχία της εν λόγω επαρχίας και να την κηρύξει «σχισματική θρησκευτική οργάνωση», η θέση αυτή έγινε αποδεχτή και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και υπό των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.[17] Δυστυχώς όμως μέχρι και σήμερα οι σχέσεις βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο.
    Εκ των προαναφερθέντων λοιπόν διαφαίνεται πως η Εκκλησία των Σκοπίων και γενικότερα η χειραφέτησή της, ενεπλάκη στα δίχτυα της πολικής σκοπιμότητας του Κομουνιστικού καθεστώτος και στην προσπάθειά του για ίδρυση μιας ιδιαίτερης εθνικής ομάδας στην Νότια Γιουγκοσλαβία με όλα τα χαρακτηριστικά ενός έθνους. Η όλη ενέργεια αυτή ακλούθησε όλως εθνοφυλετική και αντικανονική τακτική που εδράζεται σε φυλετικές και πολιτικές αξιώσεις και όχι σε Εκκλησιαστικές ανάγκες. Αλλά όμως όπως είδαμε, κάτι τέτοιο είναι ξένο για την Ορθοδοξία και εντάσσεται εκτός  Εκκλησίας, είναι άλλωστε γνωστό πως μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχουν τοπικές και όχι εθνικές Εκκλησίες. Ο εθνοφυλετισμός που προβάλλεται εδώ είναι αντίθετος με την ουσία της Εκκλησίας η οποία είναι κοινωνία πνευματική και συμπεριλαμβάνει όλα τα έθνη σε μία εν Χριστώ αδελφότητα. Γι’ αυτό και ο φυλετισμός, όπως και προαναφέραμε, καταδικάστηκε από την Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1872.[18]
     Ιδού λοιπόν πως σχετίζεται ο Όρος της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 1872, που καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό, με την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου εκ μέρους της Εκκλησίας των Σκοπίων.
  

1.  ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΙ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΣΑΝ.


     Με τα όσα αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, αβίαστα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως τελικά η ανακήρυξη του αυτεκεφάλου εκ μέρους της Εκκλησίας των Σκοπίων, δεν ερείδεται σε καμία Εκκλησιαστική ανάγκη και πρακτική αλλά σε πολιτική σκοπιμότητα. Μια σκοπιμότητα που είχε ως κύριο λόγο την ενίσχυση της ιδέας της ανύπαρκτης «Μακεδονικής εθνότητας» στην Νότια Γιουγκοσλαβία, που σύμφωνα με τους οραματιστές της καμία σχέση δεν έχουν με αυτή οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι, και οι Έλληνες. Το Κομουνιστικό καθεστώς και ο στρατάρχης Τίτο, είχαν ως κύριο και βασικό σκοπό την δημιουργία ενός ομόσπονδου Μακεδονικού κράτους, με ξεχωριστή Μακεδονική γλωσσά και Μακεδονική Εκκλησία.[19] Προς αυτή την κατεύθυνση θα βοηθούσε σημαντικά η χειραφέτηση της τοπικής Εκκλησίας των Σκοπίων.
     Ο  μίτος της Αριάδνης στο όλο θέμα βρίσκεται στο γεγονός ότι ο στρατάρχης Τίτο και το Κομουνιστικό καθεστώς, απέβλεπαν στην συγκράτηση του πληθυσμού σε αυτό το σημείο της Νοτίου Γιουγκοσλαβίας, (διότι οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους ήταν Βουλγαρικής αυτοσυνειδησίας) και στις επεκτατικές βλέψεις τους προς την Βουλγαρική και Ελληνική Μακεδονία.
    Επίσης δεν πρέπει να παραθεωρηθεί και το γεγονός ότι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μία Γιουγκοσλαβική Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία θα αντικαθιστούσε την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία που τελικά ήταν και ο ουσιαστικός σκοπός του Κ.Κ.Γ. για να διαγραφεί με αυτό τον τρόπο με την πάροδο του χρόνου από την μνήμη των Ορθοδόξων στην Γιουγκοσλαβία ο ρόλος και η ιστορία της Σερβικής Εκκλησίας.[20]
    Αξίζει όμως να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο και την επιχειρηματολογία της Εκκλησίας των Σκοπίων την οποία πρόβαλαν σθεναρά υποστηρίζοντας με αυτό την τρόπο την αυτονομία τους.
     Η «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» αιτιολογώντας την αυτοανακήρυξή της ως αυτοκέφαλη, χρησιμοποίησε και πρόβαλε δύο βασικά επιχειρήματα. Πρώτον, ότι η σημερινή «Μακεδονική Εκκλησία» είναι συνέχεια της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας, που ήταν αυτοκέφαλη για 800 χρόνια και δεύτερον ότι η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της «Μακεδονίας» είναι ομόσπονδο τμήμα της Γιουγκοσλαβίας. Όμως και τα δύο αυτά επιχειρήματα ήταν αναληθή. Σχετικά με το πρώτο επιχείρημα, η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας ποτέ δεν ήταν αυτοκέφαλη Εκκλησία γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο ποτέ δεν παραχώρησε την τιμή αυτή στην Αρχιεπισκοπή αυτή. Η Εκκλησία αυτή βρισκόταν πάντα στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απλώς είχε κάποια μορφή ανεξαρτησίας.  Επίσης η Εκκλησία Αχρίδας, ποτέ δεν ονομαζόταν Μακεδονική. Αυτό διαπιστώνεται από τους τίτλους και τις υπογραφές των Αρχιεπισκόπων της. Η επίσημη γλώσσα της Αρχιεπισκοπής ήταν η ελληνική αφού οι Μητροπολίτες και οι Επίσκοποί της ήταν οι περισσότεροι Έλληνες. Σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα εκ μέρους των Σκοπίων, η αιτιολογία αυτή είναι αντικανονική και αντισυνταγματική γιατί αντιβαίνει στην αρχή της ενότητας και καθολικότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και επειδή αμφισβητείτε η εδαφική ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας ως ενιαίου κράτους.[21]    

2.  ΤΟ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ.

 
    Όπως είδαμε και πιο πάνω η Σερβική Εκκλησία ήταν μια από της μοναδικές Εκκλησίες που ακολούθησε την κανονική οδό χειραφέτησή της υπό της Μητρός Εκκλησίας.[22] Αξίζει νομίζουμε σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε σε αυτή την κανονική δικαιοδοσία των Μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας αλλά και στην σχέση τους με την αυτοκέφαλη Εκκλησία των Σκοπίων.
     Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εφαρμόζοντας την θεμελιώδη κανονική αρχή του εξασφάλισε την νομοκανονική υπόσταση των Μητροπόλεων του Μακεδονικού χώρου μετά την απελευθέρωσή τους από τον Οθωμανικό ζυγό κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Έτσι οι Μητροπόλεις της κυρίως Μακεδονίας εντός της Ελληνικής επικράτειας ευρισκόμενες, ανεξαρτητοποιήθηκαν το 1928 δια της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως «περί της διοικήσεως των Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών». Η χειραφέτηση αυτή έχει ένα ιδιόμορφο νομοκανονικό καθεστώς κατά το οποίο οι Μητροπόλεις αυτές εξακολουθούν να ανήκουν μεν οργανικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, διοικούνται όμως από την Εκκλησία της Ελλάδος κατά τρόπο «επιτροπικό» και υπό ορισμένους όρους σύμφωνα με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928.
    Τώρα, οι Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Βόρεια Μακεδονία, οι οποίες ενσωματώθηκαν στο Ενωμένο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, ξεχωρίστηκαν από αυτό δια της νομοκανονικής οδού και εδόθησαν στην Σερβική Εκκλησία το 1919, όταν μία πολιτική και Εκκλησιαστική αντιπροσωπεία πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε,  πρώτον την ανασύσταση του Σερβικού Πατριαρχείου και δεύτερον την κανονική χειραφέτηση όλων των Μητροπόλεων του Βασιλείου οι οποίες βρισκόταν υπό την δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις εξεδόθη σχετική Συνοδική απόφαση από την Πατριαρχική Σύνοδο.  Η απόφαση αυτή, αντικαταστάθηκε αργότερα από Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο το 1922 από τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ Μεταξάκι. Με τον Τόμο αυτό ουσιαστικά αναγνωριζόταν η κανονική ανεξαρτησία των Μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας και η παραχώρησή τους στην αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Σερβική Εκκλησία και η ανασύσταση του Σερβικού Πατριαρχείου. Η επίσημη τελετή παραδόσεως του Τόμου έγινε από αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη στο Βελιγράδι το 1922.
     Η νομοκανονική αυτή ρύθμιση των Μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας έγινε αποδεκτή από όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία, πλην όμως έγινε αντικείμενο αμφισβητήσεων από μέρους αυτονομιστικών και εθνικιστικών κύκλων των Σκοπίων μετά το 1944 όταν στην εξουσία της Γιουγκοσλαβίας ανήλθε το κομμουνιστικό κόμμα.[23]  
    Η χειραφέτηση αυτή των Μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας, ήταν αποτέλεσμα των νέων τοπικών και εδαφικών συνθηκών στην Σερβία και ως εκ τούτου ήταν σύμφωνη με την τάξη και την αρχαία κανονική αρχή της Εκκλησιαστικής διοικήσεως και έγινε εν τέλει για λόγους πρακτικής ωφέλειας της Εκκλησίας και των χριστιανών.[24]
      Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη και με την Εκκλησία των Σκοπίων, η οποία κινούμενη από εθνοφυλετικά κίνητρα και με πολιτική σκοπιμότητα αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη άνευ εγκρίσεως του Οικουμενικού και του Σερβικού Πατριαρχείου από το οποίο και απεσπάθει και μέχρι σήμερα ουδεμία αναγνώριση δεν υπάρχει από τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίας. Έτσι η «Μακεδονική Εκκλησία» βρέθηκε σε ρήξη και με το Σερβικό Πατριαρχείο και με όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι οι Επίσκοποί της δεν έχουν Κοινωνία με τους άλλους Ορθόδοξους Επισκόπους και ουσιαστικά η κατάσταση αυτή σημάνει τον πνευματικό θάνατο και τον πνευματικό της μαρασμό.[25] Ο πραξικοπηματικός αυτός τρόπος ανακηρύξεως της Εκκλησίας των Σκοπίων ως αυτοκέφαλη εν κατακλείδι, αντίκειται στην κανονική τάξη της Εκκλησίας αλλά και στους Ιερούς Κανόνες. Οι Κανόνες απαιτούν πως το πρόβλημα της εσωτερικής Εκκλησιαστικής οργάνωσης εμπίπτει στην αρμοδιότητα μόνο της Αρχιερατικής Συνόδου και απαγορεύουν την ανάμιξη σε αυτό της πολιτικής εξουσίας. Το μόνο αρμόδιο νομικό καθίδρυμα για την ανακήρυξη αυτοκεφάλου μέσα στην Εκκλησία, είναι η βούληση της Μητρός Εκκλησίας διότι αν γίνει αντίθετα παρά την θέληση της Μητρός Εκκλησίας, τότε αυτό δεν αναγνωρίζεται από καμία Ορθόδοξη Εκκλησία και αυτό το τμήμα θεωρείται σχισματικό. Κάτι που έγινε με την Εκκλησία των Σκοπίων και χαρακτηρίστηκε ως «σχισματική θρησκευτική οργάνωση».[26]
     Σχετικά με το ερώτημα τι μπορεί να γίνει σήμερα;
     Κατά την άποψή μας, η Σερβική Εκκλησία αρκετές φορές εξαπατήθηκε και εμπαίχτηκε από το Κομουνιστικό καθεστώς της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας των Σκοπίων. Οι εκπρόσωποι του οποίου, με διπλωματικές ενέργειες προσπαθούσαν να την εκμεταλλευτούν για να ικανοποιήσουν τις πολιτικές και επεκτατικές τους βλέψεις. Έτσι λοιπόν θα έπρεπε και αυτή να κρατήσει μια πιο αδιάλλακτη και αυστηρή στάση ως προς την παροχή  αρχικά  αυτονομίας της Εκκλησίας των Σκοπίων. Δυστυχώς όμως κινούμενη από άκρα οικονομία και αποβλέποντας στην ειρήνη και ηρεμία παρείχε το 1958 μια διοικητική αυτονομία στην Εκκλησία των Σκοπίων, την οποία η συγκεκριμένη Εκκλησία αντικανονικώς την απέτισε και απέκτησε.
     Κατά την γνώμη μας αυτό που πρέπει να γίνει σήμερα είναι να πρυτανέψει η λογική και το Χριστιανικό πνεύμα ενότητας και η σχισματική, μέχρι και σήμερα Εκκλησία των Σκοπίων, να επιστρέψει στην αγκαλιά της Σερβικής Εκκλησίας από την οποία και αποσπάσθει αντικανονικώς και εθελουσίως, το 1967, και στην δοθείσα αυτονομία του 1958 από την Σερβική Εκκλησία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την Σερβική Εκκλησία και σε συνεργασία με την Ελλαδική Εκκλησία μπορούν να γίνουν οι παράγοντες εκείνοι που θα βρεθεί μια σημαντική λύση στο Εκκλησιαστικό αυτό πρόβλημα. Μόνο έτσι θα επιτευχθεί η πολυπόθητη αναγνώριση της Μακεδονικής Εκκλησίας και θα αρθεί ο αποκλεισμός της από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ.


      Δυστυχώς μέχρι και σήμερα οι Χριστιανοί στην ΠΓΔΜ είναι μοιρασμένοι. Κάποιοι βρίσκονται υπό την Αρχιεπισκοπή Αχρίδας και άλλοι υπό την «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία». Αυτό όπως είδαμε είναι αποτέλεσμα διαφωνιών για το θέμα της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας των Σκοπίων. Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας είναι η Εκκλησία που αναγνωρίζεται επίσημα από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες αλλά όχι από την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ενώ η «Μακεδονική Εκκλησία»  αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση ως κανονική Εκκλησία αλλά όχι από καμία άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία.
   Μέχρι και τις μέρες μας έχουν γίνει πολλές προσπάθειες προσέγγισης και επιλύσεως του θέματος εκ μέρους της Σερβικής Εκκλησίας. Το πρόβλημα όμως παραμένει άλυτο και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της λεγομένης «Μακεδονικής Εκκλησίας» εμμένουν στο αίτημά τους για αυτοκέφαλη Μακεδονική Εκκλησία. Εδώ το μεγάλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός του ασφυκτικού εναγκαλισμού της Εκκλησίας των Σκοπίων από το κράτος αλλά και η χρησιμοποίησή της ως κρατική υπηρεσία για ξένους προς την πνευματική της αποστολή εθνικιστικούς σκοπούς.[27]  


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.


1.  Α γ γ ε λ ο π ο ύ λ ο υ, Αθανασίου. Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας, Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο παρελθόν και στο παρόν. Θεσσαλονίκη 1984.
2.  Του ιδίου. Το αυτοκέφαλο της «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» επί τη βάση των αποφάσεων της εκτάκτου Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας». Ανάτυπο εκ του Δελτίου Σλαβικής Βιβλιογραφίας. Έκδ. Ι.Μ.Χ.Α. Θεσσαλονίκη 1967. 
3.  Του ιδίου. Το Εκκλησιαστικό καθεστώς των Μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας από το 1913 μέχρι σήμερον.  στο Περιοδικό Μακεδονικά. 15. Θεσσαλονίκη 1975.
4.  Β α β ο ύ σ κ ο υ, Κωνσταντίνου. Εκκλησιαστικές σχέσεις Σέρβων και Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τον 19ον αιώνα, στο: ΙΜΧΑ, πρακτικά Ελληνο-Σερβικού Συμποσίου, «Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων 1804-1830». Καβάλα 1976.
5.  Λ ό η, Γεωργίου – Νεκταρίου. Από την Ιστορία των Σλαβικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, ο αντίκτυπος της Ιδρύσεως της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) στο πριγκιπάτο της Σερβίας. Εκκλησιολογός Πατρών. 2008.
6.  Του ιδίου. Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, Βίος – Δράση (1958-1990).  Εκδ. Κυριακίδη.  Θεσσαλονίκη 2007.
7.  Του ιδίου. Η Ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος, διαθέσιμο στο http://www.palio.antibaro.gr/national/lohs_makedoniko.php Προσπελάστηκε στις 8 Νοεμβρίου 2011. [ΣτΕ: το άρθρο αναρτήθηκε και στη νέα μορφή του Αντίβαρου http://www.antibaro.gr/node/4029 ]
8.  Ν τ ά λ ν τ α,  Νικολάου. Ιστορία της Διασποράς. στο: Η Ορθοδοξία στον 20ο αιώνα. Η Ορθόδοξη Διασπορά στην Δύση. τόμ. Α΄ Εκδ. ΕΑΠ.  Πάτρα 2001.
9.  Τ α ρ ν α ν ί δ η, Ιωάννου. Στα Βόρεια της Μακεδονίας, Σκοπιανό εθνογενετικό πείραμα. Θεσσαλονίκη 1992.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Βλ. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, «Εκκλησιαστικές σχέσεις Σέρβων και Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τον 19ον αιώνα», στο: ΙΜΧΑ, πρακτικά Ελληνο-Σερβικού Συμποσίου, «Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων 1804-1830», (Καβάλα 1976), σ. 19.
[2] Οπ. π. σ.σ. 23-24.
[3] Βλ. Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Η Ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος, διαθέσιμο στο http://www.palio.antibaro.gr/national/lohs_makedoniko.php, Προσπελάστηκε στις 8 Νοεμβρίου 2011.

[4] Περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 1872 βλ. Νικολάου Ντάλντα, Η Ορθοδοξία στον 20ο αιώνα, Η Ορθόδοξη Διασπορά στην Δύση, τόμ. Α΄, Εκδ. ΕΑΠ,  (Πάτρα 2001),  σ.122.     
[5] Πρβλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας, Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο παρελθόν και στο παρόν, (Θεσσαλονίκη 1984), σ. 101, Αθανασίου Αγγελοπούλου, «Το Εκκλησιαστικό καθεστώς των Μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας από το 1913 μέχρι σήμερον», στο Περιοδικό Μακεδονικά, 15, (Θεσσαλονίκη 1975), σ. 36.  
[6] Βλ. Νικολάου Ντάλντα, «Ιστορία της Διασποράς», στο: Η Ορθοδοξία στον 20ο αιώνα, Η Ορθόδοξη Διασπορά στην Δύση, τόμ. Α΄, Εκδ. ΕΑΠ,  (Πάτρα 2001),  σ.σ. 25-26, 28-29.
[7] Περί του Βουλγαρικού Ζητήματος βλ. Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, «Από την Ιστορία των Σλαβικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, ο αντίκτυπος της Ιδρύσεως της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) στο πριγκιπάτο της Σερβίας». Εκκλησιολογός Πατρών, (2008), σ.σ. 1-21, Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Εκκλησιαστικές σχέσεις. Οπ.π. σ. 20. 
 
[8] Πρβλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ. 101, Αθανασίου Αγγελοπούλου, «Το Εκκλησιαστικό καθεστώς. Οπ.π. σ. 36.   Νικολάου Ντάλντα, Ιστορία της Διασποράς. Οπ. π. σ.σ. 27-29.
[9] Πρβλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ. 102, Αθανασίου Αγγελοπούλου, «Το Εκκλησιαστικό καθεστώς. Οπ.π. σ. 37.
[10] Βλ. Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Η Ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος, διαθέσιμο στο http://www.palio.antibaro.gr/national/lohs_makedoniko.php, Προσπελάστηκε στις 8 Νοεμβρίου 2011, Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, Βίος – Δράση (1958-1990), Εκδ. Κυριακίδη, (Θεσσαλονίκη 2007), σ.σ. 353-354.
[11] Βλ. Ιωάννου Ταρνανίδη, Στα Βόρεια της Μακεδονίας, Σκοπιανό εθνογενετικό πείραμα, (Θεσσαλονίκη 1992), σ.σ. 99 κ. εξ.
[12] Οπ. π. σ. 100.
[13] Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ. 354.
[14] Βλ. Ιωάννου Ταρνανίδη, Στα Βόρεια της Μακεδονίας, οπ. π. σ.σ. 109 κ. εξ.
[15] Βλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, «Το αυτοκέφαλο της (Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας) επί τη βάση των αποφάσεων της εκτάκτου Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», Ανάτυπο εκ του Δελτίου Σλαβικής Βιβλιογραφίας, έκδ. Ι.Μ.Χ.Α. (Θεσσαλονίκη 1967), σ.7. 
[16] Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ. σ. 397 κ. εξ. 
[17] Βλ. Ιωάννου Ταρνανίδη, Στα Βόρεια της Μακεδονίας, οπ. π. σ.σ. 119-111, Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ.σ. 98-106,  Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ.σ. 361, 364, 372-373, 403-404, 406, 426, Αθανασίου Αγγελοπούλου, Το αυτοκέφαλο της (Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας), οπ. π.  σ.σ. 6-7, 14-15.  

[18] Πρβλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ.σ. 98-102.
[19] Βλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Το αυτοκέφαλο της (Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας), οπ. π.  σ. 7, Ιωάννου Ταρνανίδη, Στα Βόρεια της Μακεδονίας, οπ. π. σ. 100.  

[20] Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ. 359.
[21] Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ.σ. 403- 408, Αθανασίου Αγγελοπούλου, Το αυτοκέφαλο της (Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας), οπ. π.  σ.σ. 16-19, Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ.σ. 106-107, Αθανασίου Αγγελοπούλου, «Το Εκκλησιαστικό καθεστώς. Οπ.π. σ. σ. 41- 42.
[22] Βλ. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Εκκλησιαστικές σχέσεις Σέρβων και Οικουμενικού Πατριαρχείου, οπ. π. σ. 19.
[23] Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ.σ. 93-98, Αθανασίου Αγγελοπούλου, «Το Εκκλησιαστικό καθεστώς. Οπ.π. σ. σ. 28- 43, Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ. σ. 431-433, Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Εκκλησιαστικές σχέσεις Σέρβων και Οικουμενικού Πατριαρχείου, οπ. π. σ. 23.
[24] Πρβλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ. 96. 
[25] Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Εκκλησιαστικές σχέσεις Σέρβων και Οικουμενικού Πατριαρχείου, οπ. π. σ. 22, Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, οπ. π. σ. 411.
[26] Αθανασίου Αγγελοπούλου, Το αυτοκέφαλο της (Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας), οπ. π.  σ.σ. 10-11, 14, Αθανασίου Αγγελοπούλου, Ο Κόσμος της Ορθοδοξίας. Οπ. π. σ.σ. 102-105.
[27] Βλ. Γεωργίου – Νεκταρίου Λόη, Η Ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος, διαθέσιμο στο http://www.palio.antibaro.gr/national/lohs_makedoniko.php , Προσπελάστηκε στις 8 Νοεμβρίου 2011. [ΣτΕ: το άρθρο αναρτήθηκε και στη νέα μορφή του Αντίβαρου http://www.antibaro.gr/node/4029 ]

================